Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Παλιές λέξεις της Στενής-Χ


Χαβάνι:. Χάλκινο δοχείο με γουδοχέρι, στο οποίο «κοπανούσαν» τα διάφορα μπαχαρικά, συνήθως για κατασκευή γλυκών.

Χαβάς:. Η μελωδία, ο σκοπός ενός τραγουδιού. Το λέμε και για τους ανθρώπους που συνεχίζουν την ίδια λαθεμένη τακτική τους, παρά τις αντιδράσεις των άλλων (το χαβά του αυτός).

Χαβιά:. Μικρή αλυσιδούλα, πρόσθετη στην καπιστράνα, από το ύψος των «γουλιών» μέχρι κάτω από το σαγόνι. Αν το ζώο ήταν ατίθασο, του το πέρναγαν στο στόμα για να ηρεμεί και να υπακούει.

Χάβος:. Σημαίνει γκρεμός, χαράδρα και πολύ συχνά χρησιμοποιείται και σαν τοπωνύμιο. Το φαράγγι στα Καμπιά, που ξεκινάει από τα Καμπιά και τελειώνει στην Αγία Κυριακή, το λένε «Χάβο».

Χαγιάτι:. Ξύλινο μπαλκόνι. Πάντα στεγασμένο με κεραμίδια, που ήταν συνέχεια της σκεπής (αστρέχα).

Χαζίρ:. Παραλίγο, παρατρίχα (χαζίρ να το ξεχάσω), (χαζίρ να πέσω μέσα στο νερό).

Χαΐρι:. Πρόοδος, προκοπή (δεν έκανε χαΐρι στη ζωή του), νοικοκυροσύνη (έχει ομορφιά και χαΐρι), και κατάρα (χαΐρι και προκοπή να μη δεις).


Χαλκάς:. Χάλκινος ή σιδερένιος κρίκος που τον χρησιμοποιούσαν για ενώσεις ή προσδέσεις.

Χαλατζούκα:. Η σακαράκα, το σαράβαλο. Κάθε αντικείμενο που είναι παλιό, χαλασμένο και δεν διορθώνεται.

Χαλεύω:. Γυρεύω, ψάχνω, ζητώ, αναζητώ

Χαλίμπορος:. Ο κακοφτιαγμένος και άσχημος. Ο αμάζευτος, ανοικοκύρευτος.

Χαμάδες:. Οι παραγινωμένες ελιές, που είχαν πέσει λόγω ωρίμανσης από την ελιά πριν αρχίσει η συγκομιδή. Περιείχαν ελάχιστο λάδι. Ύστερα από διαλογή τις έδιναν στο λιοτρίβι μαζί με τις άλλες ελιές.

Χαμούρι:. Το ζυμάρι. Μετά το ανάπιασμα, το ζύμωμα και το ανεβάτισμα, η ζύμη ήταν έτοιμη να πχεριστεί, να διαμορφωθεί δηλαδή σε καρβέλια. Σ΄αυτή τη φάση το ζυμάρι το αποκαλούσαν χαμούρι. Συνηθισμένη ήταν η εντολή των ανδρών στις γυναίκες τους, (γυναίκα, κράτα λίγο χαμούρι για να φτιάξεις τηγανόψωμα).

Χαμουτζής:. Τεχνίτης που έφτιαχνε τα πέτσινα εξαρτήματα του σαμαριού, ώστε να μπει στο ζώο και να στερεωθεί, όπως η πιστιά, το πανοκάβαλο, η μπροστελίνα, η καπιστράνα κ.α.

Χαμπαρίζω. (χαμπαριάζω):. Υπολογίζω, λογαριάζω. (λέγε ότι θες, εγώ δεν χαμπαρίζω τίποτα).

Χαμπέρι:. Νέο, αγγελία, μήνυμα, είδηση, μαντάτο.

Χαμώι:. Το ισόγειο σπίτι. Όχι το κατώι, γιατί αυτό προϋποθέτει και ανώι, δηλαδή δίπατο σπίτι.

Χαμωρίγανη:. Ζιζάνιο των σπαρτών. Φτάνει ύψος 40-50 εκατοστά, απλώνει ρίζες και εμποδίζει την ανάπτυξη των σπαρτών.

Χάρα μέρα:. Πάρα πολύ πρωί, χαράματα (για πού τόβαλες χάρα μέρα;).

Χαράμι:. Άδικα.

Χάρχαλο:. Το ερείπιο, το χάλασμα, το κατεστραμμένο. Για τους
ανθρώπους, ο πολύ γέρος, ο άρρωστος, που δεν μπορεί να περπατήσει καλά και γενικά αυτός που έχει «ξεπέσει» βιολογικά.

Χαρχατούρημα:. Τα πολλά γέλια για ασήμαντους λόγους ή τα ψεύτικα, βεβιασμένα γέλια ή οι θορυβώδεις, κεφάτες συζητήσεις χωρίς σειρά και σοβαρότητα, διανθισμένες με χάχανα, (βρε παιδιά λίγο ησυχία πως χαρχατράτε έτσι;).

Χάσικος:. Γνήσιος, λευκός, καθαρός(ψωμί χάσικο).

Χασμούσα:. Τα χωρίς μεγάλη αξία, τα περισευούμενα, τα πρόχειρα. (Σήμερα δεν είχαμε μαγειρέψει και φάγαμε κάτι χασμούσα).

Χαυδαλώνω:. Όταν το τζάκι είχε πολύ φωτιά, άνοιγαν τα πόδια και τα χέρια και ζεσταίνονταν. Ιδιαίτερα οι γυναίκες στα «νυχτέρια», όταν δεν υπήρχαν άντρες στο δωμάτιο, σήκωναν λίγο και τα φουστάνια για να ζεσταθούν σ΄ όλο τους το κορμί.

Χαυταλεύρας:. Ο ανόητος, ο χαζός. Αυτός που δεν παίρνει είδηση τι γίνεται γύρω του, ο ανίδεος, που δύσκολα επικοινωνεί με το περιβάλλον του και λέει άλλα αντί άλλων, (τι λες βρε χαυταλεύρα;).

Χάχας:. Αυτός που γελά χωρίς λόγο (τι γελάς βρε χάχα;).

Χαψομακαρόνια:. Επειδή παλιά, η διαδικασία του ψησίματος του ψωμιού ήταν κουραστική και πολύπλοκη, οι νοικοκυρές έφτιαχναν πολλά καρβέλια για να περάσουν πολλές μέρες. Όπως ήταν λογικό, το ψωμί ξεραινόταν με την παρέλευση κάποιων ημερών και έμεναν πολλά «ξεροκόμματα». Τα έκοβαν λοιπόν σε μικρά κομμάτια και τα έριχναν στην κατσαρόλα, όπου το νερό είχε ήδη αρχίσει να βράζει, για λίγα λεπτά. Έπειτα τα έβγαζαν, τα σούρωναν και αφού τα πασπάλιζαν με τυρί ή μυτζήθρα και τα περιέχυναν με καυτό λάδι, ήταν έτοιμα για φαγητό.

Χειμουνκό (χμουνκό):. Τα φρούτα που διατηρούνται και το χειμώνα. Σύκα, σταφίδες, κάποιες ποικιλίες ρόδια κ.α.

Χειρόβολο:. Κατά το θερισμό, ένα χειρόβολο ή χερόβολο ήταν τα στάχια που χωρούσε η χούφτα του θεριστή.

Χειρόμπλου:. Μικρός χειροκίνητος μύλος, που τον είχαν οι περισσότερες οικογένειες στα σπίτια τους. Αποτελείτο από δύο στρογγυλές επίπεδες πέτρες, η μία πάνω στην άλλη.
Η κάτω πέτρα είχε στη μέση ένα σίδερο και στο από πάνω μέρος της είχε γρέζια. Η πάνω πέτρα είχε μία τρύπα στη μέση, από την οποία περνούσε το σίδερο της κάτω πέτρας, ενώ στην άκρη της είχε μια ξύλινη χειρολαβή την οποία κρατούσε η νοικοκυρά για να την φέρνει γύρω- γύρω και να αλέθει τα διάφορα όσπρια που χρειαζόταν. Η πάνω πέτρα είχε τα γρέζια στην κάτω της μεριά.
Είναι φανερό πως οι ποσότητες που άλεθαν ήταν μικρές και απαιτείτο πολύς χρόνος και κόπος΄
Οι καρποί που έτριβαν με το χειρόμυλο ήταν η φάβα, η οποία θρυμματιζόταν σε μικρότερα κομμάτια και ήταν έτοιμη για το μαγείρεμα. Επίσης έτριβαν και το σιτάρι φτιάχνοντας το πλιγούρι (μπουλουγούρι), το οποίο το χρειάζονταν για να φτιάχνουν το γλυκό τραχανά, και για να κάνουν τις οματιές τα Χριστούγεννα.
Πολλοί έτριβαν και το χοντρό αλάτι που αγόραζαν τότε χονδρικά για να γίνει σκόνη και να το ρίχνουν στο φαγητό.

Χελιδόνα:. Ένα μακρουλό σίδερο με μια τρύπα στη μέση, που είναι προσαρμοσμένο στο κάτω μέρος της πάνω πέτρας και το γυρίζει. Στην τρύπα αυτή καταλήγει το τετράγωνο ξύλο που συνδέεται με την φτερωτή, από την οποία παίρνει την κίνηση και τη μεταφέρει στη μυλόπετρα.

Χερούκλα:. Μεγάλο χονδροειδές χέρι.

Χέρσο:. Το ακαλλιέργητο χωράφι.

Χέσας:. Ο πολύ δειλός. Αυτός που φοβάται ακόμα και τον ίσκιο του.

Χιλιάρα, (χλιάρα):. Γυάλινη μπουκάλα χωρητικότητας 2,5 οκάδων. Η μία οκά ήταν 400 δράμια και συνεπώς οι 2,5 οκάδες ήταν 1.000 δράμια. Γιαυτό και η ονομασία χιλιάρα.

Χιονίστρα:. Πρήξιμο του δέρματος των δακτύλων από το πολύ κρύο.(Εχθρός ύπουλος στον πόλεμο του ΄40 ήταν και οι χιονίστρες, που συχνά οδηγούσαν τους πολεμιστές σε αναπηρία).

Χλαπακιάζω:. Καταβροχθίζω, τρώω πολύ και γρήγορα.

Χλεμπονιάρης:. Αυτός που έχει κίτρινο χρώμα, ιδίως από ελώδεις πυρετούς, ο κιτρινιάρης.

Χλιμίντζουρας:. Σιχαμερός και βλάκας.

Χόβολη:. Ζεστή στάχτη φωτιάς που δεν έχει σβήσει τελείως. Στη χόβολη έψηναν τον καφέ ή σκέπαζαν τη γάστρα για να ψήσουν φαγητά ή σκέπαζαν τα κρεμμύδια, τις πατάτες και την σταχτοκουλούρα όταν ήθελαν να τα ψήσουν στο τζάκι.

Χοιράλευρο:. Τροφή για τα γουρούνια που φτιαχνότανε από αλεσμένο κριθάρι, το οποίο ανακάτευαν με λικούκι (λιοκούκουτσο), που το έπαιρναν από τα λιοτρίβια μετά την εξαγωγή του λαδιού. Το μείγμα αυτό το ανακάτευαν με νερό και γινόταν ένας χυλός, που τον έβαζαν στο «λότσο», ο οποίος ήταν η ταΐστρα των γουρουνιών για να το φάνε.

Χολιασμένος:. Θυμωμένος, παραπονεμένος, στεναχωρημένος, πεισμωμένος κ.λπ.

Χοντρόγαλο:. Το πρώτο γάλα μετά τη γέννα της γίδας. Το λέμε και πρωτογαλιά ή και κάποιοι πορτογαλιά.

Χοροστάσι:. Η πλατεία του χωριού, που οι κάτοικοι χόρευαν στις γιορτές, στους γάμους, στα πανηγύρια και σε άλλες εκδηλώσεις.

Χουγιάζω:. Φωνάζω δυνατά και από μακριά, για να φοβίσω τα ζώα (χούγιαξε στα γίδια για να φύγουν απ΄ το χωράφι). Φωνάζω, μαλώνω, επιπλήττω κάποιον (τα παιδιά έκαναν φασαρία κι αυτή τους χούγιαξε να κάνουν ησυχία). Γι αυτούς που θέλουν να κρύψουν κάτι, αλλά η φλυαρία τους δεν τους το επιτρέπει, υπάρχει η παροιμία (κρύψου και χούγιαξε) «κρύψ΄ κι χούιαξ»).

Χούι:. Συνήθεια, ιδιοτροπία, παραξενιά. Με τη λέξη αυτή συνήθως εννοούσαμε τις κακές ιδιοτροπίες.

Χουλιάρι:. Το κουτάλι.

Χούμελι-χούμελη:. Το νερόμελο. Παλιά στη μελισσοκομία, πριν να βγουν τα σύγχρονα μηχανήματα, αφού ξεχώριζαν το μέλι από την κηρήθρα, ξαναπεπιχειρούσαν να βγάλουν και το υπόλοιπο μέλι που ακόμα περιείχε η κηρήθρα, αφού προηγουμένως έριχναν ζεστό νερό. Αυτό που  έβγαινε από το «δεύτερο χέρι» ήταν η χούμελι και ήταν μέλι δεύτερης ποιότητας.

Χούμος:. Γόνιμο χώμα, που προέρχεται από αποσύνθεση φυτικών και οργανικών ουσιών.

Χουνέρι:. Ζημιά, πάθημα, που κυρίως οφείλεται σε εξαπάτηση.

Χουρή:.  Ο ασβέστης και κάθε τι που είχε σχέση με τον ασβέστη. (μην ακουμπάς στον τοίχο γιατί είναι φρεσκοασβεστωμένος και θα γεμίσεις χουρές). Χουρές επίσης λέγανε και τα κομμάτια ασβέστη που έπεφταν από τους τοίχους.(αυτό το σπίτι είναι πολύ καιρό παρατημένο, όπου να κοιτάξεις είναι γεμάτο χουρές).

Χουρμπούλι:. Κάτι μικρό και στρογγυλό. Συνήθως στο μαγείρεμα των ζυμαρικών, όπως τραχανάς, κουρκούτι κ.λ.π. όταν δεν διαλυόταν καλά το μείγμα δημιουργούσε μικρά κομματάκια . Διάφορα λιπώματα στο σώμα μας σαν μικρά εξογκώματα. Τα μικρά κομμάτια του τυριού που τριβότανε κ.α. Δεν τον ανακάτεψες καλά τον τραχανά και έκανε χουρμπούλια), (τι χουρμπούλια είναι αυτά που έχεις βγάλει στην πλάτη σου;)

Χούτζουρο:. Μικρό άχυρο ή τρίχα ή οτιδήποτε μικροσκοπικό. Τη λέξη χούτζουρο, τη λέγαμε κατά κύριο λόγο, όταν κάτι απ΄ αυτά έμπαινε στο μάτι μας και μας ενοχλούσε.
Όταν έμπαινε στο μάτι μας χούτζουρο και μας ενοχλούσε, πιάναμε το ματοτσίνορο με τα δυο δάχτυλα και το κουνούσαμε πάνω–κάτω, ενώ συγχρόνως λέγαμε το παρακάτω δίστιχο τρεις φορές. « Αν είσι χούτζουρου βγαίκα κι αν είσι χούμα τρίψ΄» και ως δια μαγείας η ενόχληση στο μάτι μας σταματούσε.

Χουχλιάζω,(χουχουλιάζω):. Ζεσταίνω κάτι με την ανάσα μου.

Χουχλιέμαι (χουχουλιέμαι):. Αγχώνομαι, στεναχωριέμαι, τα έχω με τον εαυτό μου, φυσάω και ξεφυσάω. Αλλά και ζεσταίνομαι με το χουχούλιασμα.

Χτένι:. Εξάρτημα του αργαλειού, μήκους ένα μέτρο περίπου και πλάτος 10-15 εκατοστά.  Μέσα από το χτένι περνά το στημόνι. Με το χτένι επίσης πιέζουμε το υφάδι για να γίνει σφιχτό και πυκνό το πανί.

Χτικιάρης:. Αυτός που πάσχει από φυματίωση που είναι φθισικός, χτικιασμένος και γενικά ο αρρωστιάρης, ο αδύνατος

Χωρατό:. Αστείο, καλαμπούρι.

Χωρίδα:. Η χωρίστρα που φτιάχναμε στο κεφάλι μας όταν χτενιζόμασταν.

Γιάννης Γιαννούκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...