Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Τα καλκατζούρια ήρθαν

«…Τα καλκατζούρια ήρθαν. Πιδιά μη γυρίζιτ΄ όξου του βράδ΄ γιατ΄ έχνι έρθ΄ τα ξουρκισμένα κι θα σας πάρνι.
Να ΄δω στου ριματάκ΄ ψες του βράδ΄ πήραν του Μπαρμπατάσου απ του γιφυράκ΄ κι τουν έρξαν μέσα στου νιρό. Είδι κι έπαθ ου άνθρουπους να βγει κι να γλυτώσ΄ απ΄ τα χέρια τ΄ς.
Τα ίδια έπαθ΄ προυχτές κι η Σταμούλα  τ΄ν έκαναν λούτσα κι κόντιψ να πνιγεί» 
Είπε η Παρασκευή Γιαννούκου (Παρασκευάνα) ένα βράδυ που καθόμασταν στο τζάκι.
-Ο Μπάρμπα Τάσος ο Μπαρμπούρης (Μπαρμπούρας), όπως και οι πιο πολλοί παππούδες της δεκαετίας του ΄50 τα «έτσουζε» στο καφενείο του Κατού (Κώστας Παλαιολόγος) με την παρέα του και ύστερα «ψιλοσουρωμένος» ερχόταν σπίτι. Είχε νυχτώσει για καλά. Η θεία Πάτρα, η συντρόφισσά του τον περίμενε.
Τότε ηλεκτρικό δεν υπήρχε. Λασπουριά, κακό και σκοτάδι στα σοκάκια. Μια ψευτολάμπα πετρελαίου κάπου-κάπου  ‘Όταν έφτασε στο γεφυράκι του Χατζή (Κώστας Γιαλός), παραπάτησε κι έπεσε στον «αβρό» που ήταν γεμάτος νερό και δυσκολεύτηκε να βγει, λόγω του κρασιού.
-Η καημένη η Σταμούλα εξ άλλου, πριν πέσει ένα βράδυ του Δεκέμβρη για ύπνο, κατέβηκε στην «κοπριά» που ήταν δίπλα στο ρεματάκι για να κάνει την ανάγκη της (τότε δεν είχαμε τουαλέτες και wc). Όπως λοιπόν ήταν σκοτεινά κι έβρεχε, γλίστρησε κι έπεσε μέσα στο νερό.
Η Παρασκευάνα «αξιοποίησε» τα δύο περιστατικά κατάλληλα, χρησιμοποιώντας τους καλικαντζάρους, ώστε να μαζευόμαστε νωρίς στο σπίτι.
Ας είναι αιωνία η μνήμη των τριών γερόντων μας.

Δημήτριος Πέτρου
(εγγονός Παρασκευάνας)


Το τάμα

Το είχαμε σαν τάμα εμείς οι κατωχωρίτες, μια φορά το χρόνο, πάντα πριν της Παναγίας, να λειτουργούμε την Παναγία τη Χιλιαδού. Οργανωτής ο αείμνηστος Ηρακλής (Τσακλής) Παλαιολόγος. Οι γυναίκες του χωριού ετοιμάζονταν μέρες γι' αυτή την εκδρομή από το χωριό στην εκκλησία – η μια και μοναδική εκδρομή το χρόνο. Φαγητά, καφέδες, στρώματα, κουρελούδες, σκεπάσματα... Όλη η Κάτω Στενή άλλαζε όψη τις ημέρες εκείνες. Ο Τσακλής μας στοίβαζε όλους στην καρότσα ενός φορτηγού - μέσο ερασιτεχνικό πλην μεγαλοπρεπές.
Στην καρότσα βάζαμε τάβλες σαν αυτοσχέδια καθίσματα. Ο δρόμος ήταν άσχημος, ο χωματόδρομος «τρικυμιώδης». Κάναμε πάνω από δυο ώρες να φτάσουμε στην εκκλησία. Όμως, με τα καλαμπούρια και τα χωρατά του Τσακλή δεν καταλαβαίναμε για πότε φτάναμε.
Η ΜΑΓΕΙΑ
Λειτουργούσαμε το απόγευμα. Η ερημιά αντηχούσε με τη μελωδική ψαλμωδία του Παπα-Κώστα, ο αγριότοπος έπαιρνε τη φωνή του και μας την έστελνε πίσω δέκα φορές πιο γλυκιά. Μόλις τελείωνε η εκκλησία τρώγαμε, γλεντούσαμε και πέφταμε κατάκοποι κι ευχαριστημένοι για ύπνο στρωματσάδα, μέχρι να μας ξυπνήσουν και πάλι οι ύμνοι του παπά. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν το πώς μας ξυπνούσε, εμάς τους μικρούς, η μαγική αυτή ψαλμωδία. Μοιράζαμε τον άρτο και κατεβαίναμε στην παραλία για μπάνιο και φαγητό κάτω από τα πλατάνια, δίπλα στο ρέμα. Μόνοι μας. Ο Τσώκος δεν είχε ακόμα ανοίξει την ταβέρνα. Η μόνη ψυχή που βλέπαμε για δυο μέρες ήταν η καντηλανάφτισσα της Χιλιαδούς.
Η ΜΑΓΕΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Τα χρόνια πέρασαν. Οι πρώτοι κατασκηνωτές ανακάλυψαν και λάτρεψαν τον τόπο αυτό σαν το σπίτι τους. Τον εκτίμησαν, τον σεβάστηκαν, τον αγάπησαν. Η παρουσία τους αντί να αφαιρέσει, πρόσθεσε στη μαγεία που ήδη υπήρχε. Οι πλέον παλιοί, και καμιά φορά παρεξηγημένοι θαμώνες, οι γυμνιστές που είναι και φυσιολάτρες, καλύτερα από όλους κατάλαβαν κι αγκάλιασαν τον Παράδεισο που είχαν βρει.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Σιγά σιγά άνοιξαν μαγαζιά, το ένα μετά το άλλο. Κάποιοι κατασκηνωτές έφτιαξαν τα πρώτα σπίτια. Χρόνο με το χρόνο γέμισε η παραλία κόσμο, μαγαζιά ακόμα και ξενοδοχεία. Αχ, αυτή η άσφαλτος! Κάποιοι από τους πρώτους κατασκηνωτές έφυγαν και δεν ξαναπάτησαν. Κάποιοι άλλοι προσπάθησαν να σώσουν ότι μπορούσαν. Αγωνίστηκαν. Αλλά ως γνωστόν, η εποχή μας δεν είναι πια για ρομαντικούς. Η μαγεία δεν μπορεί να σωθεί και χάνεται σταδιακά και σταθερά.


Περίεργα του πολέμου

Περίεργα του πολέμου
Θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό του Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41.
Υπηρετούσα στην Κορυτσά της Αλβανίας, με πληθυσμό εκείνη την εποχή Ελληνικό κατά 80%.
Δημήτριος Γιαννούκος
Είχα υπό τον έλεγχο μου δύο Ραδιογωνιόμετρα, τα οποία ηδύναντο να εντοπίζουν σταθμούς ασυρμάτου του Ιταλικού στρατού, την θέσιν από την οποίαν εξέπεμπον. Εδίδοντο τα στοιχεία εις την Ελληνικήν Αεροπορίαν, η οποία και προέβαινε στον βομβαρδισμό και στην καταστροφή του.
Εις εκ των σταθμών ραδιογωνιομέτρου, είχε εγκατασταθεί εις θαμνώδη τοποθεσία της περιοχής Μπόγραδετς, ένθα μετέβαινα με όχημα προκειμένου να εφοδιάσω τους χειριστάς με τρόφιμα και να παραλάβω τα συλλεχθέντα στοιχεία.
Σπύρος Τσουτσαίος
Όλη η Αλβανία ήτο χιονοσκεπής κατά 30 εκατοστά.
Ενώ πλησίαζα προς το Μπόγραδετς, το όχημα «κάθισε» στο δεξιό χαντάκι και ακινητοποιήθη. Πλησίον του περιστατικού, ευτυχώς, ευρίσκετο μια μοίρα πυροβολικού και εις απόστασιν 300 περίπου μέτρων ήταν εγκατεστημένη μία μεγάλη σκηνή.
Την επλησίασα για να ζητήσω βοήθεια και μόλις εισήλθα εντός της σκηνής, αντίκρισα τον Διοικητήν της Μοίρας κύριον Δημήτριον Γιαννούκον, τον διδάσκαλον της Στενής, όστις ήτο και θείος μου και αφού μας περιποιήθηκε, έδωσε εντολήν σε συνεργείο της Μοίρας, το οποίον με τα μέσα που διέθετε, εξήγαγε το όχημα από το σκεπασμένο χαντάκι από το χιόνι.
Κατόπιν αυτού ανεχώρησα για την εκτέλεση της αποστολής μου. Πάντως αυτή η συνάντηση εν πολέμω, ήτο συγκινητική.
Ο Διοικητής αυτής της Μοίρας Πυροβολικού, ήτο εξαίρετος. Αυτά είναι τα πολύ περίεργα υπό συνθήκες πολέμου.

Σπύρος Ν. Τσουτσαίος

Μια περιπέτεια

Μια περιπέτεια, κατά τη διάρκεια της Γερμανοϊταλικής κατοχής.

(Όπως μας τη διηγήθηκε ο Αντιστράτηγος Ε.Τ. ΒΥ/ΓΕΣ, Μπεληγιάννης Γεώργιος)

Η πίστις εις τον Θεόν, εγκυμονεί την ελπίδα και η ελπίδα ξεφυτρώνει το αγλάισμα της ζωής του ανθρώπου με τόλμην και ακατανίκητον δύναμιν.

Το 1941 ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος τελείωσε ύστερα από την επέμβαση και της Γερμανίας, διότι τότε η Ελλάς δεν ήτο δυνατόν να αντιμετωπίσει δύο αυτοκρατορίες.
Τότε εγώ βρέθηκα στο χωριό μου τη Στενή Ευβοίας, σε ηλικία 22 χρόνων, με το βαθμό του Υπολοχαγού. Παρακολουθούσα και εγώ την ζωή μας υπό την κατοχήν και ένιωθα φρίκην και απογοήτευσιν για ότι έβλεπα να γίνεται. Για τον λόγον αυτόν αποφάσισα να ενταχθώ εις μίαν οργάνωσιν «Όμηρος», η οποία έκανε ότι μπορούσε εναντίον των κατακτητών. Μίαν ημέραν του 

Μπεληγιάννης Γεώργιος
Οκτωβρίου 1942, η οργάνωσις με εκάλεσε και μου έδωσεν μίαν εντολήν καθώς και λίγα χρήματα, τα οποία ίσως να μου χρειασθούν. Η αποστολή την οποίαν ανέλαβα ήταν να μεταβώ εις Κάρυστον και να οργανώσω μιαν ομάδα πληροφοριών η οποία θα μας μεταδίδει πληροφορίας για ην παρουσία εχθρικών πλοίων στην θαλάσσια περιοχή και να τα μεταδίδουμε στο στρατηγείο του Καΐρου για τα περαιτέρω. Ανέλαβα την αποστολήν αυτήν και σε λίγες μέρες έφτασα εις Κάρυστον με μία βενζινάκατον, εις τον χώρον αποβίβασις των επιβατών. Μία Ιταλική περίπολος παρακολουθούσε την αποβίβαση. Όταν αποβιβάστηκα εγώ, ένας ιταλός της περιπόλου με διέταξε να περιμένω πλησίον της περιπόλου. Εν συνεχεία με παρέλαβαν και με παρουσίασαν στην Γερμανικήν διοίκησιν.
Η Γερμανική διοίκησις κατέγραψε όλα τα αντικείμενα  που είχα επάνω μου και μετά η περίπολος με οδήγησε εις την Ιταλικήν διοίκησιν.
Η Ιταλική διοίκησις, αφού έκανε μίαν μικράν εξέτασιν, με παρέδοσεν εις έναν αξιωματικόν ο οποίος με παρέλαβε και με οδήγησε στην φυλακή, αφού ετοποθέτησε έναν ένοπλον στρατιώτη φρουρόν μου. Εκεί εις την φυλακήν παρέμεινα κλεισμένος μέχρι το βράδυ. Βράδιασε και μέσα εις την φυλακήν ήταν σκοτάδι, κρύο και πείναγα, ενώ είχα μια αφάνταστη αγωνία για το τι θα γίνει με μένα. Έλεγα μέσα μου: πρέπει να φύγω από την φυλακήν αν είναι δυνατόν σήμερα γιατί από αύριο και μετά θα είναι αδύνατον. Αγωνιούσα τρομερά και δεν ήξερα τι να κάνω. Μέσα στην μεγάλη μου αγωνία, τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, σηκώθηκα όρθιος έκανα το σταυρό μου και είπα «Θεέ μου, βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη κατάσταση, βοήθησέ με, δεν έκανα τίποτα κακό, όλα για την Πατρίδα μου» και κάθησα εκεί μέσα, στο δυνατό σκοτάδι και σκεπτόμουνα. «Τι να μου κάνει κι ο Θεός, μέσα στη φυλακή, σε τέσσερις τοίχους ενός ισογείου δωματίου» και περίμενα να ξημερώσει, να δω τι θα γίνει για μένα. Οι ώρες περνούσαν, η αγωνία μου μεγάλωνε και εγώ περίμενα.
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη αγωνία μου, ξαφνικά άκουσα ένα περίεργο θόρυβο. Αμέσως σύρθηκα μέσα στο σκοτάδι προς την πόρτα και από το μικρό και βρωμερό τζαμάκι είδα να πέφτει μια τρομερή και ασταμάτητη βροχή, ένιωσα μια αφάνταστη χαρά και είπα μέσα μου. «Ω Θεέ μου, να η βοήθεια που τόσο τη ζητούσα» και η χαρά μου και η ελπίδα μου συναντήθηκαν και όπλισαν το χέρι μου, με την θαρραλέα απόφαση να ανοίξω την πόρτα και να πηδήξω έξω από τη φυλακή, στην ελευθερία, αποφασισμένος να αγωνιστώ με δύναμη. Ήμουν νέος και είχα τη δύναμη να αγωνιστώ για τη ζωή ή και για τον θάνατο ακόμη.
Ευτυχώς, έξω εκεί δεν υπήρχε κανείς και αμέσως έτρεξα προς τον αυλόγυρο. Πήδηξα στο δρόμο και περπατούσα γρήγορα για να φύγω μακριά απ΄ την πόλη, πριν ξημερώσει. Ο δρόμος αυτός οδηγούσε στη Χαλκίδα σε απόσταση 130 χιλιομέτρων. Όλη τη μέρα περπατούσα και πριν νυχτώσει έφτασα σε ένα χωριό, στον Αλμυροπόταμο. Ζήτησα και βρήκα το σπίτι του παπά. Του είπα το πρόβλημά μου και μου ΄δώσε κάπου να κοιμηθώ για τη νύχτα αφού με οδήγησε σε μια αποθήκη γεμάτη με άχυρο και χόρτα. Εκεί κοιμήθηκα βρεγμένος, κουρασμένος και πεινασμένος και πριν ακόμα ξημερώσει, σηκώθηκα και συνέχισα την πορεία μου με προσοχή και με τη σκέψη να φτάσω στη Χαλκίδα πριν να νυχτώσει. Και πράγματι έφτασα πριν να νυχτώσει.
Με προσοχή, κατευθύνθηκα εκεί όπου έμενα και έφτασα κουρασμένος και πεινασμένος, αλλά και με χαρά για τη σωτηρία μου. Έκανα ότι έπρεπε και την άλλη μέρα ήλθα σε επαφή με την οργάνωση, τους είπα ότι έγινε και μου συνέστησαν να μην κυκλοφορώ εις την πόλιν για να αποφευχθεί η πιθανότητα σύλληψης μου και ότι θα με φυγαδεύσουν στην Μέση Ανατολή, πράγμα το οποίο σε δύο μέρες έγινε και έφθασα στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις της Μέσης Ανατολής.

Γεώργιος Μπεληγιάννης

Αντιστράτηγος Ε.Τ. ΒΥ/ΓΕΣ

Σπύρος Τσουτσαίος

Σύντομος βιογραφία του Σπύρου Τσουτσαίου του Νικολάου
( Όπως μας τη Διηγήθηκε ο ίδιος)
                                                ➖
Στη Στενή λειτουργούσε εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο, στο κτίριο που τώρα είναι Δημοτικό Κατάστημα.
Διέθετε δύο αίθουσες αρκετά ευρύχωρες, γραφείο διδασκάλων, μεγάλο προαύλιο προς τα βόρεια.
Στη σημερινή πλατεία υπήρχε διώροφο κτίριο, που ήταν εγκατεστημένη η διοίκησις του τέως Δήμου Διρφύων, που η γενιά μας δεν εγνώρισε.
Ο Σπύρος Τσουτσαίος
(Φωτογραφία του 1937)
Ο Άνω όροφος διέθετε δύο αίθουσες διδασκαλίας. Εδώ άρχισε να λειτουργεί το ονομαζόμενο «Σχολαρχείο» τριών τάξεων με δύο καθηγητάς εκ Μικράς Ασίας, με το όνομα Ιωαννίδης αμφότεροι.
Ο ένας εκ των δύο εδίδασκε Γαλλικά και δευτερεύοντα μαθήματα, ο άλλος μαθηματικά κλπ. Αμφότεροι ήσαν εξαιρετικοί. Ο μαθηματικός έλεγε στον Πατέρα μου «Κολιό, αυτό το παιδί να το στείλεις στη Χαλκίδα», δηλαδή στο Γυμνάσιο. Αυτό δεν έγινε και με έστειλε ο πατέρας μου να εργαστώ στα μεταλλεία.
Περίμενα να αποστρατευθώ και απολυόμενος να δω ποιο θα είναι το μέλλον μου. Εστρατεύθην ομού με τον Αθ. Μακρήν και τον Αθ. Ντούρμαν στο σύνταγμα τηλ/τών στο ΡΟΥΦ Αθηνών με την ειδικότητα, εγώ «ασυρματιστής», ο Αθ, Μακρής «τεχνικός μηχανών» και ο Αθ. Ντούρμας «οπτικά μέσα».
Ο υποφαινόμενος εξεπαιδεύθην με 50 συναδέλφους, στη λήψη γραμμάτων MORS. Εκείνη την εποχή οι ασύρματοι δεν διέθεταν μικρόφωνο, αλλά χειριστήριον ΜΟΡΣ. Μεταξύ των 50 έπαιρνα 140 περίπου γράμματα MORSΣ στο λεπτό, ενώ οι υπόλοιποι ολιγότερα των 110-120.
Διότι ήμουν ο Νο 1 ο λοχαγός με υπεραγαπούσε.
Απελύθην του στρατού και συγκέντρωνα δικαιολογητικά για το Εμπορικό Ναυτικό ως ασυρματιστής. Επεσκέφθην τον Συνταγματάρχη Παντελή Παπαγεωργίου και του εξήγησα τις σκέψεις μου. Η απάντησή του ήτο «Θα πας να παρουσιαστής στο Σύνταγμα που ήσουν» και πήρε τηλέφωνο τον Δ/τη του Συν/τος Τηλ/τών, με τον οποίον συνεζήτησε το θέμα και πράγματι παρουσιάσθην στο γνωστό Σύνταγμα την επομένην.
Μετά ένα μήνα μετετέθην στο τάγμα Τηλ/τών Θεσσαλονίκης, όπου ανέλαβα ως ασυρματιστής σε μεγάλο ασύρματο που επικοινωνούσε με Αθήνας (ΡΟΥΦ).
Μετά ένα περίπου έτος, επανήλθον εις Αθήνας. Τώρα ως επιλοχίας, κατόπιν εξετάσεων, αρχίζει ο αγώνας με φροντιστήρια, μαθηματικά βέβαια, γιατί τα υπόλοιπα ήθελον μελέτην.
Το 1940-41 εξερράγει ο πόλεμος Ελλάδος-Ιταλίας, η οποία είχε σύμμαχον την Γερμανίαν. Ήμουν σε κλιμάκιο του Λόχου ΡΑΔΙΟΓΩΝΙΟΜΕΤΡΩΝ, με έδρα τα Ιωάννινα. Εζήτησα να μεταβώ στην πρώτην γραμμήν και απεστάλην στην Κορυτσά. Με δέκτες ασυρμάτου εντοπίσαμε Ιταλικάς εκπομπάς και με ραδιογωνιόμετρα καθορίζαμε τον χώρον εκπομπής και ενημερώνετο προς τούτο η Αεροπορία.
Όταν μας επετέθη και η Γερμανία, διεκόψαμεν τις επιχειρήσεις, οπότε ήρχισε η επιστροφή προς την Ελλάδα.
Το επιτελείο με ετοποθέτησε στην υποδ/ση της Χωρ/κής Χαλκίδος. Μετά ένα περίπου έτος ανεχώρησα με σκάφος, που πραγματοποιούσε δρομολόγια κρυφίως προς Τουρκία.
Για να μη μακρηγορώ, από Σμύρνη αναχωρήσαμε για Συρία και μετά τρεις ημέρες για Παλαιστίνη, όπου το Γ.Κ.Ε.Σ με σχολές Πυροβολικού, Πεζικού, Διαβιβάσεων, οδηγών Αυτοκινήτων, με εκπαιδευτές Έλληνας αξιωματικούς και Βρετανούς.
Από τη Χαλκίδα αναχωρήσαμε, με τους Οδυσσέα Αγγελή, Ηλία Παλαιολόγο και δύο Χαλκιδείς αξιωματικούς.
Εκεί εξεπαιδεύθην από τους Βρετανούς και επί ενάμιση περίπου έτος,
Η Ταξιαρχία μετονομάσθη από 36η σε 3η Ορεινή Ταξιαρχία και απεστάλη προς ανασυγκρότησιν εις Λίβανον. Απεστάλησαν δε και εκπαιδευταί, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ.
Μετά δίμηνον η Ταξιαρχία απεστάλη εις Ιταλίαν, λαβούσα μέρος στις επιχειρήσεις του Ρίμινι.
Το 1944 επέστρεψα στην Ελλάδα.
Το 1946-49 εξεδηλώθη εμφύλιος πόλεμος. Ήταν ένας πόλεμος με χιλιάδες θύματα και καταστροφή περιουσιών, δημοσίου και ιδιωτών.
Ο υποφαινόμενους έλαβε μέρος ως αξιωματικός διαβιβάσεων στην 36η Ορεινή Ταξιαρχία από 1946-1949.
Προαγωγαί.
Ταγματάρχης κατ΄εκλογήν
Αντισυνταγματάρχης κατ΄εκλογήν
Συνταγματάρχης Ε.Α. λόγω ορίου ηλικίας.
Σχολαί.
1)-Ανθυπολοχαγών 6 μήνες
2)-Λοχαγών 6 μήνες
3)-Αντισυνταγματαρχών 6 μήνες
4)-Σχολή Διοικητών Μονάδων Πεζικού Χαλκίδας 6 μήνες (θα έδινα εξετάσεις για το σχολείο πολέμου, αλλά με κατελάμβανε το όριο ηλικίας).
5)-Σχολή Διαβιβάσεων εις εν Γερμανία (Άνσμπαχ), εγγύς του Μονάχου. 3 μήνες.
6)-Σχολή διαβιβάσεων εις ΗΠΑ Βαλτιμόρη 3 μήνες
7)-12 έτη εις ΓΕΕΘΑ διευθυντής γραφείου, εις ο μου αποστέλλοντο υπό του ΝΑΤΟ Ιταλίας, μυστικοί κώδικες και τους επέδιδα ιδιοχείρως εις στρατιωτικούς ακολούθους Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Αγγλίας, Αμερικής. Ταξίδευα ανά δίμηνον αεροπορικώς.
8)-Το 1964 μετετέθην στο 487 Τάγμα Διαβιβάσεων ΓΕΣ.
9)-Το 1970 απεστρατεύθην λόγω ορίου ηλικίας
10)-Το 1971 διορίσθην Δήμαρχος Χαϊδαρίου εις ο παρέμεινα μέχρι της μεταπολιτεύσεως.
Αυτή ήτο μια ταραχώδης ζωή, που ο Ελληνικός λαός δεν πρέπει να ξαναζήσει. Τώρα πλείστοι όσοι γείτονες καιροφυλακτούν να μας κατασπαράξουν. Δυτική Θράκη, Βόρειος Ελλάδα, Ήπειρος, Αιγαίον, Κύπρος.

Σπύρος Τσουτσαίος

Πως έφτιαχναν τα χαψομακαρόνια

Στα χρόνια των πατεράδων και των παππούδων μας, δεν υπήρχαν φούρνοι όπως σήμερα, που αγοράζουμε το ψωμί και άλλα αρτοσκευάσματα.
Πολλά σπίτια είχαν φούρνους στις αυλές τους, για να ψήνουν μόνοι τους το ψωμί. Όσοι δεν είχαν φούρνους, εξυπηρετούνταν από κάποιον γείτονα ή συγγενή που είχε φούρνο.

Επειδή όμως αυτή η διαδικασία απαιτούσε πολύ χρόνο και κόπο, έφτιαχναν πολλά καρβέλια, 5 έως 6 που ζύγιζαν από 2 έως 3 κιλά το καθένα, έτσι ώστε να έχουν πολλές μέρες ψωμί και να μην αναγκάζονται να ζυμώνουν και να φουρνίζουν συχνά.
Όπως όμως ήταν επόμενο, τόσος καιρός που περνούσε, το ψωμί ξεραινόταν και όταν αποφάσιζαν να ζυμώσουν φρέσκα καρβέλια, είχαν ήδη μείνει πολλά ξεροκόμματα, από την προηγούμενη φουρνιά.
Τα ξεροκόμματα αυτά, αφού τα έκοβαν σε μικρά τεμάχια τα έβαζαν μέσα στην καβάθα, όταν είχαν φασολάδα, ρεβίθια, τραχανάδες διάφορους και άλλα φαγητά που περιείχαν πολύ ζουμί, και τα έτρωγαν μαζί με το φαγητό.
Μερικοί όμως, με το ψωμί αυτό, έφτιαχναν τα «χαψομακαρόνια». Έκοβαν τα ξεροκόμματα σε μικρά τεμάχια, ενώ παράλληλα είχαν βάλει στον τέντζερη νερό για να βράσει.
Όταν το νερό «χουχούλαζε», έριχναν μέσα τα μικρά τεμάχια και τα άφηναν για 3-4 λεπτά. Έπειτα τα έβγαζαν και τα στράγγιζαν. Όταν στράγγιζαν, τα έβαζαν στην καβάθα και έριχναν από πάνω μυζήθρα ή τριμμένό τυρί. Εντωμεταξύ είχαν τοποθετήσει το τηγάνι στη φωτιά και είχαν βάλει μέσα λάδι για να «κάψει».
Όταν το λάδι έκαιγε, το έριχναν μέσα στα βρασμένα «χοχλασμένα» κομμάτια ψωμί, με τη μυζήθρα.
Το φαγητό ήταν έτοιμο να φαγωθεί και σας διαβεβαιώνω ότι ήταν νοστιμότατο.

Το όνομα «χαψομακαρόνια» που είχε δοθεί σ' αυτό το φαγητό, προέρχεται α) από τη λέξη «χαψιά» που σημαίνει μπουκιά και β) επειδή η διαδικασία που ακολουθείτο έμοιαζε μ' αυτήν που ακολουθούμε για να ετοιμάσουμε τα «φτιαχτά» μακαρόνια. Και έχουμε χαψιά + μακαρόνια = χαψομακαρόνια.
Σήμερα, αν επιχειρήσετε να φτιάξετε χαψομακαρόνια, μάλλον δεν θα το πετύχετε, γιατί το ψωμί είναι φτιαγμένο με μαγιά και διάφορα διογκωτικά. Τότε το ψωμί ήταν ζυμωμένο με τα χέρια, είχε προζύμι και το αλεύρι ήταν από σκληρό ντόπιο στάρι. Πράγμα που το έκανε να είναι πολύ συμπαγές και σκληρό μετά από λίγες μέρες όταν έχανε την πρώτη φρεσκάδα του, αλλά παρέμενε φαγώσιμο, δεν χάλαγε (μούχλιαζε), έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Γιάννης Γιαννούκος

Οδοιπορικό στη Στενή του 1963-64

Από το λογοτέχνη Γιάννη Αναστασόπουλο

Ο Γιάννης Αναστασόπουλος, είχε επισκεφθεί τη Στενή το 1963 και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο Πανευβοϊκό Βήμα εκείνη την εποχή πριν 54 χρόνια.
                                                                     ➖
Ότι στα χωριά μας φυσά άνεμος προόδου και δημιουργίας δε χωρά συζήτηση. Πριν από λίγα ακόμη χρόνια το χωριό είχε, στη γλώσσα των μεγαλουπόλεων, μια μειωτική σημασία, σαν μια μετριότητα πάνω στην ποιότητα της ζωής, του πνεύματος και των αγαθών.
Και η εντύπωση αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει εφόσον στα κέντρα συγκεντρώνονταν το μεγαλύτερο μέρος προσοχής και δυνάμεων μια και –εκεί-οι ευκαιρίες προόδου ήταν περισσότερες παρά στο χωριό.
Στα χρόνια μας όμως, έχει σχεδόν ξεφτίσει αυτή η εντύπωση περί χωριού. Το ξάπλωμα της συγκοινωνίας, τα μέσα επικοινωνίας (ράδιο, εφημερίδες, κινηματογράφος) έχουν αντικαταστήσει τη μακρόχρονη αυτή εντύπωση των μεγαλουπόλεων και το βασικότερο, έσβησαν από τη σκέψη των ανθρώπων του χωριού  το αίσθημα της μετριότητας. Με δυο λόγια δηλαδή τα χωριά μας ξύπνησαν για καλά.
Το ξενοδοχείο  "ΔΙΡΦΥΣ"
του Χρήστου Καρλατήρα το 1965
Γι αυτό τους όμως το ξύπνημα δώσαν τα χέρια κι εργάστηκαν ακούραστα για χρόνια, δύο μεγάλοι εργάτες του τόπου μας. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού και η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη. Θαρρείς κι έχουν ο καθένας τους από μια μαγική βέργα κι ότι αγγίξουν αποκτά αξία, γίνεται σπουδαίο, διεκδικεί!
Μοιάζουν δηλαδή -οι δυο τους-μ΄ ένα μεγάλο φυσερό που το δουλεύουν χέρια Θεού και που φυσά για ανέμους προόδου, εξέλιξη, δημιουργία και αγάπη για τον πάσα τόπο. Κάθε χωριό που το φυσούν τέτοιοι αγέρηδες ξυπνά προς το φως, σκιρτάει από δημιουργική επιθυμία και αρχίζει να γεννοβολάει πλούσια αγαθά.
Οι δυο παραπάνω εργάτες δεν ζητάνε καμιά αμοιβή για τα κόπια τους. Ανθρώπους ζητούν που να θέλουν να μεταλάβουν απ΄ το πνεύμα τους, καρδιές που να χτυπούν για κάθε τι γύρωθέ τους που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Στ΄ αλήθεια μια παράξενη συμπλεγμένη Θεότητα είναι ο ΕΟΤ και η ΕΠΛ. Μια Θεότητα που χτίζει από μονάχη τους Ναούς της και γίνεται η ίδια προσκυνητής τους. Τα τάματά της είναι πάντα πλούσια και ωφέλιμα. Κι είναι καλότυχοι οι τόποι που φιλοξενούν τέτοια Θεότητα.
Τι ήταν η Στενή πριν λίγα χρόνια; Ένα χωριό μ΄όλη τη σημασία που του δίνει η πρωτεύουσα.
Έφτασαν όμως μερικοί χωριανοί της για να τη βγάλουν από την άγνοια στο φως. Άνθρωποι που ταξίδεψαν, σπούδασαν, ζήσαν μακριά της, μετάλαβαν από το πνεύμα του Θεού-Τουρισμού, απόχτησαν την τουριστική συνείδηση σαν κάτι ακριβό και ρίχτηκαν σ΄έναν αγώνα που ΄χει τέρμα του το διώξιμο του τοπικιστικού πνεύματος και αντί αυτού τη φιλοξενία και προβολή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και την τουριστική της ανάπτυξη.
Με τέτοια «υλικά» κατόρθωσαν να θεμελιώσουν μια σπουδαία εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον.
Από τη στήλη αυτή περπατήσαμε κάποτε στη γραφική καταπράσινη Στενή, χαρήκαμε τις ομορφιές της, τα δροσερά τρεχούμενα νερά της, τα παχύσκιωτα δέντρα της. Καθίσαμε στα πέτρινα παγκάκια του «Στατόρι» πούχτισε ο Γιατρός κ. Νικόλαος Παπαγεωργίου, δροσιστήκαμε από την πηγή του Δάσκαλου κ. Δημητρίου Γιαννούκου, ανάψαμε κερί στο νεόχτιστο Άγιο Κηρύκο -προσφορά στο χωριό από τους αδελφούς ιατρούς κ.κ. Παπακωνσταντίνου-γλεντήσαμε στη σκιερή πλατωσιά με την κρυοπηγή πούχτισε ο Δικηγόρος κ. Οδυσσέας. Παλαιολόγος.
Καθώς όμως γυρνούσαμε στο χωριό – θα θυμούνται οι αναγνώστες του «Π.Β»- πέσαμε πάνω στα θεμέλια του ξενοδοχείου πούχτιζε ο Γιατρός κ. Βασίλης Καρλατήρας. Και τότε μιλήσαμε για τη σπουδαιότητα  αυτού του κτιρίου, μα σήμερα θα σταθούμε περισσότερο μια και τελείωσε το χτίσιμό του.
Είναι δύσκολο να βρεθεί άνθρωπος που να μη θαυμάζει τον τόπο του και να μη βρίσκει πως παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι ομορφιά. Ο θαυμασμός αυτός – πού ΄χει τη ρίζα του βαθιά στο αίσθημα της αγάπης για τον τόπο της καταγωγής του – κίνησε, έσπρωξε τον κ. Καρλατήρα να μιμηθεί τους άλλος συντοπίτες του και να γίνει κι αυτός με τη σειρά του ένας παράγων προόδου και δημιουργίας για το χωριό του.
Με το ξενοδοχείο που έχτισε ο κ. Καρλατήρας, αιμοδότησε αποφασιστικά κι αποτελεσματικά τη συνολική προσπάθεια των χωριανών του. Να πάρει δηλαδή η Στενή μια αξιόλογη θέση στο τουριστικό ενδιαφέρον.
Το σχέδιο του ξενοδοχείου έγινε σύμφωνα με το πνεύμα και τις ανάγκες της εποχής μας. Η γραφικότητα κι η ομορφιά του δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τα άλλα των μεγαλουπόλεών μας ακόμα και του εξωτερικού, χτισμένο στην κατάλληλη θέση με φόντο ένα αληθινά Ελβετικό τοπίο, η ζωγραφιά του φαντάζει όμοια διαμαντόπετρα πάνω στο δαχτυλίδι της Πάνω Στενής.
Το ξενοδοχείο «Η ΔΙΡΦΥΣ» έχει ένα ισόγειο κι έναν όροφο. Έχει είκοσι μοντέρνα κρεβάτια-καριόλες με ρουχισμό της μεγάλης εταιρείας «Πειραϊκή-Πατραϊκή». Κάθε κρεβάτι έχει το δικό του κομοδίνο, πρίζα, πορτατίφ και κουδούνι υπηρεσίας. Κάθε υπνοδωμάτιο έχει τα δικά του καθίσματα όλα μοντέρνα σε στυλ Αμερικάνικο και καμωμένα από φορμάικα. Ντουλάπες ασφαλείς και κομψές. Οι βρύσες τρέχουν σ΄όλα τα δωμάτια γάργαρες νυχτοήμερα.
Το κάθε δωμάτιο φωτίζουν δύο παράθυρα με γραφικότατη θέα έξω τους. Λουτρά-ντους με κρύα-ζεστά νερά λειτουργούν με αυτόματα ηλεκτρικά μηχανήματα SPIRAL. Καλοριφέρ παντού. Τα δάπεδα του ορόφου πετσωμένα παρκέ αστράφτουν παστρικά. Άσπρα μωσαϊκά στολίζουν τη σάλα και το ισόγειο. Το ξενοδοχείο έχει δικά του φωτιστικά και ψυκτικά μηχανήματα.
Το λαμπρό αυτό απόκτημα για τη Στενή έχει πλούσιο χώρο, γείρω του δε πολλά «αντερείσματα» ειδικά για παρκάρισμα αυτοκινήτων, παιχνίδια βόλεϊ κλπ.
Πάνω από 80 τριανταφυλλιές και διακοσμητικά άνθη φυτεύτηκαν για να πετάξουν μπόι και να συμπληρώσουν το στόλισμά του.
Μηχανικοί κι εργολάβοι μελέτησαν κι έφτιαξαν καθετί που ν΄αρέσει στον ξένο επισκέπτη.
Γρήγορα θα προστεθεί και ένα σύγχρονο μπαρ-εστιατόριο.
Η θέση του ξενοδοχείου «Η ΔΙΡΦΥΣ» είναι τέτοια ώστε ο πελάτης του θά΄χει αριστερά του την περήφανη Δίρφυ με χαμηλά της το καστανοδάσος με το βαθύ πράσινο χρώμα του χάρμα στα μάτια, μπροστά του το ρέμα να τρέχει καθάριο, διάφανο κι αντίκρυ του το χωριό πρόθυμο να τον σεργιανίσει στις ομορφιές του.
Η μοναδική αυτή εκδήλωση ιδιωτικής πρωτοβουλίας ας βρει μιμητές και σ΄αλλα χωριά. Από όλους μας πρέπει να προβληθεί και να υποστηριχθεί.
Δε φτάνουν μονάχα τα συγχαρητήρια.

Γιάννης Αναστασόπουλος

Αυλακάδες

Πριν πολλά χρόνια, κυρίως την εποχή των δημοτικών εκλογών, αλλά και τα πρώτα χρόνια των κοινοτήτων, οι εκλογικές αναμετρήσεις ήταν αρκετά φανατισμένες και η δημιουργία επεισοδίων ήταν συχνή.
Η δύναμη των δημάρχων ήταν μεγάλη, γιατί ο δήμαρχος είχε πολλές και ουσιαστικές αρμοδιότητες και έτσι οι χαμένοι» των εκλογών «την είχαν άσχημα» όταν διοικούσε ο αντίπαλος συνδυασμός.
Πολλοί λοιπόν προσπαθούσαν να τα έχουν καλά με τους εκάστοτε εκλεγμένους, για να έχουν «το κεφάλι τους ήσυχο».
Εκείνη την εποχή λοιπόν, υπήρχε ένα αυλάκι στην Άνω Στενή που ξεκινούσε από τη βρύση «Μεσοχώρι», περνούσε από την πλατεία του χωριού και κατέληγε στο ποτάμι, όπου και χύνονταν τα νερά της βρύσης. Κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης των ψηφοδελτίων, οι ψηφοφόροι - οπαδοί των δύο συνδυασμών περίμεναν στην πλατεία οι μεν από τη μία μεριά του αυλακιού και οι άλλοι από την απέναντι μεριά, έτοιμοι να πανηγυρίσουν, ανάλογα με την έκβαση των αποτελεσμάτων, τα οποία (αποτελέσματα) ανακοινώνονταν σταδιακώς, γιατί όλο και κάποιος έβγαινε από την καταμέτρηση και ενημέρωνε τους αδημονούντες οπαδούς για την πορεία της καταμέτρησης.
Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι κάθε φορά που γινόταν ενημέρωση οι εκδηλώσεις στα δύο στρατόπεδα ήταν ανάλογες.
Κάποιοι λοιπόν που ήθελαν να είναι με το νικητή, είχαν λάβει θέση κοντά στο αυλάκι και όταν βάσει των ανακοινώσεων έβλεπαν ότι προηγείται ο αντίπαλος συνδυασμός, πηδούσαν από την άλλη μεριά του αυλακιού και πανηγύριζαν, για να δείξουν ότι είναι με το μέρος του συνδυασμού που εκλέχτηκε και συνεπώς να έχουν την ανάλογη μεταχείριση στα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Αυτούς λοιπόν τους ονόμαζαν... Αυλακάδες.
Σήμερα δεν συμβαίνει αυτό, γιατί τα ήθη είναι πιο ήρεμα, δεν γίνονται ταραχές, ούτε και ο δήμος έχει τόσο μεγάλες εξουσίες για να εμπνεύσει το φόβο. Όμως πολλοί είναι αυτοί που θέλουν να τα έχουν καλά με το νικητή.

Γι' αυτό οι σημερινοί «Αυλακάδες», δεν περιμένουν τα αποτελέσματα για να πανηγυρίσουν, όμως «μυρίζονται» από νωρίς ποιος μπορεί να είναι ο νικητής και πηγαίνουν μαζί του, είτε σαν υποψήφιοι, είτε σαν ψηφοφόροι. Ασχέτως με το ποια ήταν η στάση τους όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Γιάννης Γιαννούκος

Η Στενή με τα σοκάκια της

Μοναδική εμπειρία είναι ένας περίπατος στα σοκάκια της Άνω Στενής.
Θα νιώσετε ηρεμία, και θα αισθανθείτε την ομορφιά του απλού και απέριττου.
Θα οσμιστείτε την ανάσα του χωριού και θα πείτε καλημέρα σε πολλές νοικοκυρές, που θα ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού και θα ακούσετε τις ευχές τους.
Γιατί πρέπει να ξέρετε τούτο. Σε ένα χωριό, ένα σοκάκι που χωρίζει δύο σπίτια, δεν είναι τίποτε άλλο, από έναν διάδρομο που χωρίζει δύο δωμάτια.
Όταν περνάτε από τη γειτονιά, είναι σαν να περνάτε από το σπίτι του καθενός.
Ένας περίπατος θα σας πείσει.


Αθανάσιος Θάνος


Στις12-11-2010 απεβίωσε ο Αθανάσιος Θάνος (Κατσαπλιάς) σε ηλικία 87 ετών και η κηδεία του έγινε στον Ιερό Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στην Άνω Στενή.
Ήταν γιος του Θάνου Θωμά από τα Καμπιά και της Μαρίας Καρλατήρα από το Μίστρο.
Γεννήθηκε το 1923 στα Καμπιά και το 1958 παντρεύτηκε με την Αικατερίνη Ζέρβα από τη Στενή.
Ένα χρόνο περίπου μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Στενή.
Απέκτησε επτά παιδιά. Το Νίκο, το Θωμά, το Λάμπρο. τη Μαρία, την Ευαγγελία, το Γιώργο και τη Σταμάτω.
Ο Θωμάς είναι παντρεμένος με την Γεωργία Ανδριόλα και έχει δύο παιδιά, το Θανάση και την Κατερίνα.
Ο Λάμπρος είναι παντρεμένος με την Αθανασία Μπλατσιώτη και έχει δύο παιδιά, το Σταύρο και την Κατερίνα.
Η Μαρία είναι παντρεμένη με την Χαράλαμπο Παύλου και έχει δύο παιδιά. την Αικατερίνη και την Ευαγγελία.
Η Ευαγγελία είναι παντρεμένη με τον Φιλοκλή Σταματίου και έχει τρία παιδιά, το Γιάννη, το Σταύρο και το Θανάση.
Από την εγγονή του Αικατερίνη (κόρη της Μαρίας) απέκτησε και δύο δισέγγονα, την Ιωάννα και το Σπύρο
Είχε λοιπόν την ευτυχία ο Θανάσης Θάνος να αποκτήσει μέχρι τη μέρα της μετάβασής του εις τον Κύριον, επτά παιδιά, εννέα εγγόνια και δύο δισέγγονα
Εργάστηκε και κουράστηκε πολύ στη ζωή του για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της και να μεγαλώσει και αποκαταστήσει τα παιδιά του
Ανάλογα με την εποχή εργάστηκε σαν αγρότης, ρετσινάς και οικοδόμος.
Υπήρξε άνθρωπος κοινωνικός, αγαπητός από τους συντοπίτες του, και άριστος οικογενειάρχης.
Ιδεολογικά ανήκε στο ΚΚΕ. στο οποίο ήταν μέλος μέχρι την ημέρα του θανάτου του.
Στα νεανικά του χρόνια είχε ενταχθεί στο στρατό του Ε.Λ.Α.Σ και στη συνέχεια στο Δημοκρατικό Στρατό.
Αρκετά χρόνια πέρασε στη φυλακή σαν πολιτικός κρατούμενος και εξόριστος στη Μακρόνησο.
Η ιστορία του αλλά και η μέχρι τώρα συμπεριφορά και δράση του στους κόλπους του κόμματος τον είχε καταστήσει αγαπητό, σεβαστό και δημοφιλή στο χώρο του ΚΚΕ., γι αυτό πλήθος συντρόφων του προσήλθαν να πουν το τελευταίο αντίο στο σύντροφό τους.

Γεώργιος και Ευρύκλεια Θωμά


Γεώργιος Θωμάς
Ο Γεώργιος Θωμάς γεννήθηκε το 1898 και απεβίωσε στις 21-9-1976 σε ηλικία78 ετών.
Ο άνθρωπος που αντιπροσώπευε την τιμιότητα, τη σεμνότητα, την καλοσύνη, τη βαθειά πίστη στα ιδανικά.
Άνθρωπος σοβαρός, εγκάρδιος, ενάρετος, δίκαιος, φιλόξενος, έμπιστος, που αντικρίζοντάς τον χαμήλωνες το βλέμμα από σεβασμό κι ένιωθες την καλοσύνη και την αξιοπρέπεια να σε πλημυρίζει.
Η γλυκιά μορφή σου έμεινε ανεξίτηλη στην καρδιά μας και πάντα σε κάθε θύμιση, ένα δάκρυ καυτό κυλάει στο πρόσωπό μας.

Η Ευρύκλεια Θωμά γεννήθηκε το 1901 και απεβίωσε στις 17-5-2000 σε ηλικία 99 ετών.

Ευρύκλεια Θωμά
Μας λείπεις
Μας λείπει η αγάπη, η ζεστή αγκαλιά σου, η γλυκιά ματιά σου, τα σταράτα λόγια σου, οι ευχές σου.
Τώρα είσαι κοντά στο Θεό, στην Ουράνια πόλη, κοντά σε δικούς σου ανθρώπους.
Σ΄έχουμε πάντα στην καρδιά και στο μυαλό μας.

Ευχαριστώ θερμά όσους δάκρυσαν στη μνήμη τους και συμπαραστάθηκαν εγκάρδια.

                            Η εγγονή και βαφτιστίκα

                            Ευρύκλεια Μούτουπα-Ντουμάνη.

Θεοδώρου Δημήτριος


Στις 8-9-2012 απεβίωσε ο Δημήτριος Θεοδώρου σε ηλικία 81 ετών και η κηδεία του έγινε στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Άνω Στενή.
Ο Δημήτρης (Τάκης) Θεοδώρου γεννήθηκε στη Στενή το 1931.
Γονείς του ήταν ο Ανέστης Θεοδώρου-Καραγιάννης από τη Στενή και η Μαρία Καρλέτσου επίσης από τη Στενή
Το 1951 παντρεύτηκε με τη Λέων Σταματία από τη Στενή και απέκτησαν δύο παιδιά. Την Κατερίνα και τον Ανέστη.
Η Κατερίνα είναι παντρεμένη με τον Θωμά Παπανικολάου και έχουν δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια.
Ο Ανέστης που είναι Αστυνομικός, είναι πρόσφατα παντρεμένος με την Έφη Ξηρού.
Η ζωή του Δημήτρη ήταν ένας συνεχής αγώνας για να ζήσει και να αναστήσει την οικογένειά του.
Από πολύ νέος εργάστηκε στη ΜΟΜΑ και αργότερα σε διάφορες παρεμφερείς εταιρίες. Μακριά από το χωριό του μιας και η δραστηριότητες των εταιριών αυτών ήταν κυρίως στον Παρνασσό και στην Πελοπόννησο.
Το 1976 προσελήφθη στην εταιρία Τσαούσογλου από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Αλά δεν κάθισε να ξεκουραστεί. Η όρεξη για απασχόληση, το θρησκευτικό του συναίσθημα και η διάθεση για προσφορά στο κοινωνικό σύνολο τον έκαναν να υπηρετήσει την εκκλησία σαν επίτροπος, κάτι που έκανε για 22 ολόκληρα χρόνια.
Ο Δημήτρης Θεοδώρου ήταν ένας άξιος μαχητής της ζωής. Ένας υποδειγματικός σύζυγος, και στοργικός πατέρας. Ένας αξιοπρεπής κύριος και κοινωνικός άνθρωπος.
Τίμιος, σεμνός, ειλικρινής και απλός.
Παντού είχε φίλους γιατί ήταν ήρεμος, γλυκομίλητος, αξιοπρεπής, έτοιμος να βοηθήσει ή να συμμετάσχει σε δραστηριότητες που είχαν σαν αντικείμενο τη βοήθεια και ανακούφιση του συνανθρώπου του.
Μιλούσε και συναναστρεφόταν με όλο τον κόσμο, κάθε ηλικίας, νεαρούς, μεσήλικες και γέροντες και όλοι είχαν να πουν έναν καλό λόγο για το χαρακτήρα του.
Γι αυτό όλο το χωριό τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία.
Έφυγε λοιπόν από κοντά μας ο Δημήτρης Θεοδώρου, ο Τάκης, όπως συνήθως τον αποκαλούσαν, αφήνοντας πόνο και θλίψη στη σύζυγο, τα παιδιά και τα εγγόνια του και σε όλους τους φίλους του τις καλύτερες αναμνήσεις.


Γεώργιος Θάνος


Ο Γεώργιος Θάνος (Γιωρίτσας), απεβίωσε στις 31-12-1988, σε ηλικία 62 ετών.
Γεννήθηκε το 1926 και παντρεύτηκε το 1954 με τη Γιούλα Παναγιώτου από τον Πούρνο.
Μαζί της απέκτησε τρία κορίτσια που σήμερα είναι παντρεμένα. Η Βασιλική (Κούλα) Θάνου-Γιαννουκάκου, μητέρα δύο παιδιών.
Η Κωνσταντίνα (Ντίνα) Θάνου-Κελεπούρη, μητέρα τριών παιδιών.
Η Αγγελική (Κική) Θάνου-Φερέτου, μητέρα δύο παιδιών.
Μεγάλη του αδυναμία η πολιτική. Θυμόταν πρόσωπα, περιστατικά και παλιά εκλογικά αποτελέσματα «απ΄έξω κι ανακατωτά» κατά τη λαϊκή έκφραση. Είχε χρηματίσει κατά καιρούς κοινοτικός σύμβουλος στη Στενή καθώς και Νομαρχιακός Σύμβουλος.
Άλλη μια από τις αδυναμίες του ήταν το τραγούδι, ιδιαίτερα το Δημοτικό. Είχε μια βροντερή και γλυκιά φωνή κι όταν έμπαινε στο χωριό, γυρίζοντας από τις γεωργικές δουλειές οδηγώντας τη «ρεμούλκα» του, με το δαιμονιώδη θόρυβο, τραγουδούσε και η φωνή του σκέπαζε και αυτόν ακόμα τον ήχο της μηχανής. Είχε λάβει μέρος στον τηλεοπτικό διαγωνισμό «να η ευκαιρία» στο τραγούδι και είχε πάρει άριστα.
Το καλαμπούρι, το χιούμορ, τα πειράγματα κι ότι άλλο είχε σχέση με γέλιο ήταν η ζωή του. Όταν έβλεπες «πηγαδάκια» από ανθρώπους που φωνασκούσαν και γελούσαν. Ήσουν σίγουρος ότι εκεί θα βρεις το Γιωρίτσα, που θα κατεύθυνε την εύθυμη αυτή συντροφιά.
Αλλά ήταν και ποιητής. Απτή απόδειξη αυτού του ταλέντου που διέθετε είναι και το ποίημα που ακολουθεί.

Η ωραία η Στενή
Είναι σ΄όλους σας γνωστή
Με τα κρύα τα νερά της
Και λεβέντες τα παιδιά της

Έχει πράσινο πολύ
Είναι πάντα δροσερή
Στη δροσιά δεν έχει ταίρι
Προπαντός το καλοκαίρι

Έχει πεύκα και πλατάνια
Έλατα και καστανιές
Και λεβέντες παλληκάρια
Με κοπέλες λυγερές

Έχει όμορφη πλατεία
έχει κέντρα καθαρά
Δυο καλά ξενοδοχεία
Με καλά αφεντικά

Σωματεία και συλλόγους
Όλοι τους δυναμικοί
Και ωραία γραμματέα
Που ΄ναι σ΄όλους ζηλευτή

Και τα γύρω τα χωριά της
Λούτσα, Βούνοι και Καμπιά
Όλα τους την αγαπάνε
Και της στέλνουνε φιλιά.

Γεώργιος Ζέρβας

Στις 5-3-2002, απεβίωσε ο Ζέρβας Γεώργιος και η κηδεία του έγινε στην Άνω Στενή.
Ο Γεώργιος Ζέρβας ήταν 90 ετών. Είχε γεννηθεί το 1912. Παντρεύτηκε τον Αύγουστο του 1936, με τη Σταμάτω Σπυριδάκη, ή οποία απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1993. Ο αποδημήσας είχε άλλα τέσσερα αδέλφια. Την Κατίνα Γάτου (Κατιγκάρα), την Τασά Καμαριώτη (του Σταυρή), τον Παναγιώτη Ζέρβα (Μπάλιο) και τον Κυριάκο Ζέρβα (Κυριακό).
Ασχολήθηκε με τις γεωργικές εργασίες του χωριού και παράλληλα λειτουργούσε το νερόμυλο, πιο γνωστό σε όλους σαν «ο μύλος του Ντάρα» (Κωνσταντίνος Τσουτσαίος), με τον οποίο ήταν συνιδιοκτήτες του μύλου.
Μεγάλη αδυναμία του ήταν το κυνήγι και συχνά πήγαινε να ικανοποιήσει αυτή του την αγάπη, συνήθως μαζί με το φίλο και γείτονά του Χρήστο Μπέκο.
Το 1940 πολέμησε στην Αλβανία. Μετά τον πόλεμο, επί Ιταλών, χρημάτισε για ένα χρονικό διάστημα και πρόεδρος του χωριού.
Ο Γιώργος Ζέρβας ήταν ένας καλοσυνάτος, σεμνός, ήρεμος και πάντα χαμογελαστός άνθρωπος. Απέφευγε νε έρχεται σε προστριβές με τους συμπατριώτες του και όλους τους αγαπούσε και τους σεβόταν.
Ήταν ένας άνθρωπος που μόνος του έθετε τα όρια και τους περιορισμούς της συμπεριφοράς του, με αποτέλεσμα να διάγει μια ζωή, έχοντας μια αγαθή επικοινωνία με τους συνανθρώπους του, κάτι που σήμαινε πως είχε μια βαθειά συναίσθηση της αποστολής του και της συμμετοχής του στην κοινωνία του χωριού.
Αξίζει να αναφέρουμε πως για περίπου δέκα χρόνια, υπηρέτησε ως εκκλησιαστικός επίτροπος στην εκκλησία της Άνω Στενής.

Κυριάκος και Σταμάτω Ζέρβα


Στις 25-12-2007, απεβίωσε ο Ζέρβας Κυριάκος σε ηλικία 90 ετών. Ο Ζέρβας Κυριάκος του Ευάγγελου και της  Μαρίας, το γένος Κορώνη, γεννήθηκε στη Στενή το 1918. Παντρεύτηκε με τη Σταμάτω Καρλατήρα και απέκτησαν δύο παιδιά, το Νίκο και το Βαγγέλη.
Τα πρώτα χρόνια, ο Κυριάκος Ζέρβας ασχολήθηκε με τις αγροτικές εργασίες στο χωριό, αργότερα εργάστηκε κοντά στο μηχανικό Αθανάσιο Καλλιώρα ως επιβλέπων στις οικοδομικές εργασίες του γραφείου του και τέλος εργάστηκε για αρκετά χρόνια στα Σωληνουργία, απ' όπου και πήρε τη σύνταξη του.
Ο γιος του Νίκος παντρεύτηκε με τη Ραλλού Μπουτιέρου και απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Κυριάκο, τη Σταματία, το Βασίλη και την Παρασκευή. Ο Βαγγέλης παντρεύτηκε με την Μαγδαληνή Παπαδημητρίου και απέκτησε δύο παιδιά, τον Κυριάκο και το Βασίλη.
Έτσι ο Κυριάκος Ζέρβας, ευτύχησε να δει τα παιδιά του τακτοποιημένα,  καλούς οικογενειάρχες και να καμαρώσει έξι εγγόνια.
Η σύζυγος του Σταμάτω είχε αποβιώσει το 2003 ανήμερα το Πάσχα. Και είναι σημαδιακή η σύμπτωση που και οι δύο έφυγαν από τον κόσμο τούτο τις δύο μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Ο Κυριάκος τα Χριστούγεννα και η Σταμάτω το Πάσχα.
Η σύζυγος του Σταμάτω, υπήρξε μια αφοσιωμένη σύντροφος, που μεγάλωσε τα παιδιά της και βοηθούσε το σύζυγό της στις αγροτικές εργασίες, βοηθώντας και στηρίζοντας το σύντροφό της σε κάθε καλή ή κακή στιγμή της ζωής τους
Ο Κυριάκος ήταν ένας καλός οικογενειάρχης, εργατικός κοινωνικός και έντιμος. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι στα πανηγύρια και τις γιορτές, οι επαγγελματίες που έφερναν όργανα για τα ανάλογα γλέντια τον προτιμούσαν για το πόστο του "γραφιά", όπως έλεγαν, δηλαδή να ελέγχει και να σημειώνει τους μεζέδες και τα ποτά που σερβίρονταν, πόστο το οποίο όποιος το είχε έπρεπε να είναι έντιμος και άνθρωπος εμπιστοσύνης.

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Δημήτριος Γιαννούκος


     Διδάσκαλος
Γεννήθηκε στη Στενή Ευβοίας, τον Μάιο του 1903.
Εκεί έζησε τα πρώτα παιδικά και μαθητικά του χρόνια και άσκησε εικοσιεπταετή υπηρεσία.
Εκεί δημιούργησε την προσφιλή του οικογένεια και εκεί απεβίωσε το Μάιο του 1972.
Απεφοίτησε κατά σειρά, από το τετρατάξιο Δημοτικό Σχολείο Άνω Στενής, το ελληνικό, το Σχολαρχείο Χαλκίδος και στη συνέχεια ενεγράφη στην Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία, το τότε διδασκαλείο
Επί 40 χρόνια πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Παιδεία με πίστη και αφοσίωση.
Διέπλασε ανθρώπους και εμπλούτισε την Ελληνική κοινωνία με άτομα τα οποία κατέλαβαν υψηλές θέσεις και διαδραμάτισαν υψίστης σπουδαιότητας ρόλο, από εμφανών ή αφανών θέσεων για την πρόοδο της ιδιαίτερης πατρίδας και του έθνους.
Διορίστηκε πρώτα στο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Κάτω Στενής το 1921.
Κατόπιν κατετάγη στο στρατό όπου υπηρέτησε τη θητεία του ως αξιωματικός του πυροβολικού το 1922.
Απολυόμενος των τάξεων του στρατού διοριστηκε εκ νέου στο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Στροπώνων το 1923.
Εν συνεχεία μετετέθη στο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Μίστρου και από εκεί στο Δημοτικό Σχολείο Τσαπουρνιάς Ξηροχωρίου.
Το Μάιο του 1930 νυμφεύθηκε την Αγγελική Παπακωνσταντίνου, θυγατέρα του Γεωργίου Παπακωνσταντίνου, διδασκάλου, μετά της οποίας απέκτησε πέντε τέκνα τέσσερα των οποίων επιζούν.
Μετά το γάμο του μετετέθη στο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Αγίας Σοφίας (Αγιασοφιάς) και εν συνεχεία στο Μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Λούτσας
Το 1935 μετετέθη στο Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Άνω Στενής, όπου παρέμεινε μέχρι συνταξιοδότησής του.
Το 1939-1940 πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Πατρίδα ως αξιωματικός του πυροβολικού, στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Γεννήθηκε το Μάιο του 1903 και ενυμφεύθει το Μάιο του 1930.
Το Μάιο του 1938 αβάσταχτος πόνος συνέτριψε την πατρική του καρδιά με το θάνατο του λατρευτού του γιου Κωνσταντίνου.
Το Μάιο του 1950 έχασε τον πολυαγαπημένο του πατέρα και το Μάιο του 1972 παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό, αφού προηγουμένως είχε εκπληρώσει στο έπακρο την αποστολή του ως άνθρωπος, ως διδάσκαλος, ως οικογενειάρχης, ως Στενιώτης.
Η υψηλή του αποστολή, του έδωσε την ευκαιρία να εξοικειωθεί με τα εκκλησιαστικά και παιδαγωγικά πράγματα, με τη θρησκευτική και την πολιτική ατμόσφαιρα του χωριού, με τις λειτουργίες και τις διδασκαλίες με τα εξωκλήσια και τα σχολεία.
Όλα αυτά του διαμόρφωσαν μια ελληνοχριστιανική ιδιοσυγκρασία που τη διατήρησε αλώβητη μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πάντοτε έπραττε αυτό που του επέβαλε το καθήκον, ανεξαρτήτως καταστάσεων, συμφερόντων, φόβων, συμπαθειών.
Αγάπησε την ιδιαίτερη πατρίδα του περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο και αποκλειστικό του όνειρο και προορισμός στη ζωή του έγινε η πρόοδος και το μεγάλωμά της.
Προς το σκοπό αυτό ανέπτυξε μία καταπληκτική δραστηριότητα, υπό συνθήκες τόσο ενάντιες, ώστε να κυριαρχήσει στις ψυχές των συμπατριωτών του ως μία σημαίνουσα φυσιογνωμία.
Ο θάνατός του προκάλεσε βαθειά συγκίνηση στις ψυχές όλων ανεξαρτήτως, διότι η αγάπη του υπήρξε τόσο μεγάλη, τόσο δυνατή, τόσο ανιδιοτελής, χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια, που περιελάμβανε στους κόλπους της και αυτούς ακόμη τους εχθρούς του.

Το βιβλίο του «Το Χρονικόν της Στενής του Νομού Ευβοίας», ήταν το τελευταίο και καλύτερο δώρο που μπορούσε να προσφέρει στον τόπο που τόσο αγάπησε.

Αθανασία Γιαμά

Στις 19-3-2011 απεβίωσε η Αθανασία Γιαμά, σε ηλικία 81 ετών και η κηδεία της έγινε στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Άνω Στενή.
Η Αθανασία γεννήθηκε το 1930 και γονείς της ήταν ο Αντώνιος Καμαριώτης και η Ελένη Γάτου.
Το 1952 παντρεύτηκε με τον Προκόπη Γιαμά που ήταν γιος του Ευάγγελου Γιαμά και της Παναγιώτας Μπασινά.
Τα πρώτα χρόνια ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και μοίραζαν τη ζωή τους, μεταξύ Στενής τους καλοκαιρινούς μήνες και στην περιοχή του Αφρατίου τους χειμερινούς μήνες μιας και η εκτροφή των ζώων είχε νομαδικό χαρακτήρα εκείνη την εποχή.
Το 1966 άνοιξαν αρτοποιείο στην Άνω Στενή που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Απέκτησαν μία κόρη, την Ευαγγελία, που παντρεύτηκε με τον Ανέστη Στεφανή από τους Βούνους και διαμένουν στη Στενή.
Ο Ανέστης και η Ευαγγελία απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Την Ελένη, τον Ευάγγελο, την Αθανασία και την Προκοπία.
Η Αθανασία με το σύζυγό της Προκόπη εργάστηκαν σκληρά σαν κτηνοτρόφοι αλλά και σαν αρτοποιοί αργότερα για να επιβιώσουν και να βοηθήσουν το παιδί τους και τα εγγόνια τους.
Στη ζωή τους πάντα επικρατούσε η λογική σε κάθε τι που αφορούσε το αύριο και το μέλλον του παιδιού και των εγγονών τους.
Ότι περιουσιακά στοιχεία απέκτησαν (αγορές, κατασκευή σπιτιών κλπ) φρόντιζαν να μη δανείζονται και να δημιουργούν από τα ήδη υπάρχοντα εισοδήματά τους. Όταν έφτιαχναν ή αγοράζανε κάτι έλεγαν χαρακτηριστικά. Θέλουμε να είναι δικά μας και όχι της Τράπεζας.
Η Αθανασία Γιαμά υπήρξε μια γυναίκα εργατική, πρόσχαρη, ευγενική, πρόθυμη και εξυπηρετική. Δεν δημιουργούσε προβλήματα με τους συγχωριανούς και μοναδικός σκοπός της ζωής της ήταν να προσφέρει ότι μπορούσε στο παιδί της και στα εγγόνια της.
Υπήρξε πολύ καλή μητέρα, αλλά καλύτερη ακόμα γιαγιά, μιας και τα εγγόνια της τα υπεραγαπούσε και τα νοιαζόταν μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής της.
Κι αυτά όμως την υπεραγαπούσαν και το έδειχναν με κάθε τρόπο. Στις τελευταίες στιγμές της ζωής της ήταν δίπλα της καθ΄όλη τη διάρκεια της ασθένειάς της.
Ποτέ δεν είχε αρρωστήσει η Αθανασία. Ούτε μια μέρα από τη ζωή της δεν είχε διανυκτερεύσει σε νοσοκομείο και ξαφνικά τη βρήκε η ασθένεια στα 81 χρόνια της και σε λίγο καιρό ο Θεός την Πήρε μαζί του.
Όλο το χωριό συγκλονίστηκε από το ξαφνικό γεγονός του θανάτου της Αθανασίας και πλήθος κόσμου την συνόδευσε στην τελευταία της κατοικία.

Κωνσταντίνος Γερακίνης

Ο Κώστας Γερακίνης απεβίωσε στις 2-8-1993, σε ηλικία 55 ετών (γεννήθηκε το 1938).
Το 1961 παντρεύτηκε με την Αργυρώ Θωμά και απέκτησαν τρία παιδιά. Τη Ζωή, την Κατερίνα και την Παρασκευή. Σήμερα αν ζούσε θα καμάρωνε και πέντε πανέμορφα και χαριτωμένα εγγονάκια.
Ήταν ένα πνεύμα ανήσυχο και έβλεπε πολύ πιο μακριά απ΄ την εποχή του. Έτσι κατάφερε να χτίσει ένα στολίδι για τη Στενή το «HOTEL STENI» καθώς επίσης να ιδρύσει την επιχείρηση εμφιαλωμένου νερού «ΔΙΡΦΥΣ». Επιχείρηση στην οποία εργάζονται αρκετοί Στενιώτες.
Ο Κώστας Γερακίνης ήταν ένα άτομο που διέθετε μεγάλη ψυχική δύναμη και πραγματοποίησε τους στόχους του καταξιώνοντας την προσωπικότητά του μέσα στην κοινωνία.
Υπήρξε άριστος οικογενειάρχης, πολύ εργατικός αλλά και διορατικός, ενώ η φύση των εργασιών με τις οποίες ασχολήθηκε του διαμόρφωσαν ένα χαρακτήρα με άριστη κοινωνική συμπεριφορά.
Ο Κώστας μπορεί να απουσιάζει από τη ζωή, όμως αποτελεί έναν φωτεινό φάρο για τα παιδιά του, τα οποία προσπαθούν να πατήσουν πάνω στα βήματά του και να του μοιάσουν.

Παρασκευή Ν. Γάτου

Η Παρασκευή Ν. Γάτου, απεβίωσε στις 23-6-2011 σε ηλικία 79 ετών και η κηδεία της έγινε στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στην Κάτω Στενή.
Η Παρασκευή Γάτου γεννήθηκε το 1932 και γονείς της ήταν ο Σπύρος Κορώνης και η Αναστασία Καλαμάρα.
Το 1954 παντρεύτηκε με το Νικόλαο Γάτο που ήταν γιος του Αθανασίου Γάτου και της Αικατερίνης Ζέρβα.
Και οι δύο είχαν γεννηθεί στην Κάτω Στενή και μετά το γάμο τους εξακολούθησαν να διαμένουν στο χωριό.
Η Παρασκευή ήταν μια γυναίκα γεμάτη καλοσύνη και αγάπη για τους συνανθρώπους της.
Υπήρξε μια αφοσιωμένη σύζυγος και άριστη νοικοκυρά, ενώ παράλληλα βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες του συζύγου της σε περιόδους αιχμής, όπως θέρος, αλώνισμα, τρύγος, συγκομιδή ελιάς κλπ.
Παράλληλα γνωρίζοντας την τέχνη της μοδίστρας έπαιρνε δουλειές στο σπίτι που είχε ραπτομηχανή.
Για ένα μικρό χρονικό διάστημα είχε εργασθεί και στο εργοστάσιο εμφιάλωσης νερού «Δίρφυς».
Η Παρασκευή ήταν μια γυναίκα ευγενική, πρόσχαρη, εργατική και με ένα καλό λόγο στα χείλη για όλους τους συγγενείς τους φίλους και τους συμπατριώτες της.
Θρησκευόμενο άτομο, χωρίς να μπλέκει την πίστη με τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες, πιστεύοντας στα λόγια του Χριστού για αγάπη και αλληλεγγύη και αυτή την πίστη της την έκανε τρόπο ζωής, αγαπώντας και βοηθώντας όσους μπορούσε, χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα.
Με τα πεθερικά της που έζησε μαζί (δέκα περίπου με τον πεθερό και 35 περίπου με την πεθερά) δεν αντάλλαξε ούτε μία κακιά κουβέντα, αλλά ούτε και με τους γειτόνους, προσπαθώντας κάθε διαφορά που προέκυπτε να τη λύνει ειρηνικά.
Γι αυτό η αγάπη και η εκτίμηση των συμπατριωτών της ήταν μεγάλη και έσπευσαν όλοι να την αποχαιρετίσουν στο τελευταίο της ταξίδι.


Άγγελος Βλάχος

Ο Βλάχος Αγγελής (Σουραυλής), απεβίωσε στις 28-2-1998 σε ηλικία 82 ετών και η κηδεία του έγινε στον Άγιο Ιωάννη, στη Χαλκίδα.
Ο Αγγελής Βλάχος παντρεύτηκε το 1942, με την Ελένη (Λέγκω) Γιαλού και απέκτησαν ένα παιδί, το Χρήστο, ο οποίος με τη σειρά του παντρεύτηκε χαρίζοντάς τους δύο εγγόνια, τον Αγγελή και την Ελένη.τα οποία σπούδασαν οικονομικές επιστήμες στην Αγγλία.
Η ζωή του Αγγελή Βλάχου (όπως και των άλλων εκείνη την εποχή), ήταν μια συνεχής προσπάθεια για την αναζήτηση του μεροκάματου και των πόρων εκείνων, που θα του επέτρεπαν να έχει τα απαραίτητα για την οικογένεια, καθώς και τα εφόδια εκείνα για να μπορέσει να βοηθήσει το παιδί του, να συναντήσει έναν κόσμο πιο καλό και πιο φιλόξενο μπροστά του.
Λειτούργησε για λίγο χρονικό διάστημα μία ταβέρνα στη Χαλκίδα, στη «σειρήνα» (κοντά στου Μπόλαρη) και στη συνέχεια βρήκε δουλειά στο τσιμεντάδικο, απ΄όπου συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ.
Ήταν κοινωνικός και ευχάριστος άνθρωπος. Εργατικός και καλός οικογενειάρχης. Αγαπούσε το χωριό του και συχνά το επισκεπτόταν. Κυρίως όμως διψούσε να μαθαίνει τα νέα του χωριού και ρωτούσε όποιον Στενιώτη συναντούσε στη Χαλκίδα.
Έφυγε από τη ζωή χαρούμενος και ικανοποιημένος, αφού είδε το παιδί του να προκόβει και τα εγγόνια του, να σπουδάζουν ώστε να γίνουν εκλεκτοί επιστήμονες.


Ευάγγελος Βλάχος

Στις 19-9-2002 απεβίωσε και στις 20-9-2002, έγινε η κηδεία του Βλάχου Ευάγγελου (Ανθυβάγγελος), στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος στην Κάτω Στενή.
Ο Βλάχος Ευάγγελος ήταν 84 ετών και διέμενε στην Κάτω Στενή. Ήταν συνταξιούχος του ΙΚΑ εδώ και 20 περίπου χρόνια, αφού είχε εργασθεί στα Ναυπηγεία, στον Τσαούσογλου στις οικοδομές κ.α.
Είχε τρεις κόρες, την Αντωνία, την Κωνσταντίνα και τη Σουλτάνα, παντρεμένες και οι τρεις, που του έδωσαν τη χαρά να καμαρώσει δεκαέξι εγγονάκια.
Ήταν άνθρωπος σωστός, εργατικός, καλός οικογενειάρχης, κοινωνικός και αγαπητός σε όλους τους συμπατριώτες του και φίλους.

Δεν δημιουργούσε προβλήματα στον κοινωνικό του περίγυρο και αυτό οφείλεται στον ήσυχο, πράο και καλοσυνάτο χαρακτήρα του.

Παναγιώτα Γιαννούκου-Τζιαμαρίνο

Στις 3-9-2006 απεβίωσε η Παναγιώτα Γιαννούκου-Τζιαμαρίνο σε ηλικία 72 ετών.
Η Παναγιώτα ήταν κόρη του Δημητρίου και της Αγγελικής Γιαννούκου.
Γεννήθηκε στη Στενή. Το 1964 παντρεύτηκε με το Ρόκκο Τζιαμαρίνο από την Ιταλία και απέκτησε δύο παιδιά το Φράνκο και την Τζιοβάνα.
Η Παναγιώτα τελείωσε την Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή.
Μετά την απόκτηση των πτυχίων της, πήγε στη Γερμανία, που εργάστηκε ως δασκάλα στην «Οθώνειο Σχολή» Εκεί γνωρίστηκε με το σύζυγό της.
Αργότερα όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε για ένα διάστημα στην Ιόνιο Σχολή και το 1969, ίδρυσε δικό της ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο και Νηπιαγωγείο, την «Ελληνοϊταλική Σχολή»  Το 1994-95 έκλεισε η Ελληνοϊταλική Σχολή και η Παναγιώτα Γιαννούκου διορίστηκε στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Αχαρνών Αττικής.
Το 1996-97 αποσπάστηκε στο Σαλέντο της Ιταλίας, ύστερα από εισήγηση του Υπουργείου Παιδείας σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών, στις Ελληνόφωνες κοινότητες της Νοτίου Ιταλίας, όπου και παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή της.
Μετά τη συνταξιοδότησή της 2001-2002 και κατόπιν απαίτησης του Ιταλικού γραφείου της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Απουλίας παρέμεινε στην Ελληνόφωνη περιοχή του Σαλέντο της επαρχίας Λέτσε για να συνεχίσει το έργο της, τη διδασκαλία δηλαδή των Ελληνόφωνων μαθητών του νομού, σύμφωνα με τη συγκριτική μέθοδο, την οποία εμπνεύστηκε η ίδια και υλοποίησε σε συνεργασία με την Ιταλίδα συνάδελφό της Άντα Νουτσίτα, διευθύντρια του Ιταλικού Σχολείου  «ComprensinoDon gnocchi”». Μέθοδος η οποία καθιερώθηκε και εντάχθηκε στο ωρολόγιο πρόγραμμα και διδάσκεται μέχρι σήμερα.
Το 2004-2005 έγινε διοικητικό μέλος του συμβουλίου του Ελληνοιταλικού συλλόγου «Grecia-gr associazione Italoellenica».
Παράλληλα μελετούσε και κατέγραφε όλους τους ιδιωματισμούς αυτής της διαχρονικής γλώσσας, ανακαλύπτοντας και ξεχασμένες λέξεις που έλκουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελληνική.
Η Παναγιώτα Γιαννούκου ήταν ένας άνθρωπος καλοσυνάτος και χαρούμενος. Μια γυναίκα ενεργητική, ακούραστη, πρωτοπόρα, οραματίστρια και θαρραλέα.
Υπήρξε μια καλή σύζυγος, μια στοργική μητέρα, μια ευσυνείδητη δασκάλα, ένας ανιδιοτελής άνθρωπος.
***
Στις 13-9-2006 στην εκκλησία Madonna Arcona δήμου του Castrignano dei Creci παρουσία κόσμου και των τοπικών αρχών  τελέστηκε μνημόσυνο.

Ταυτόχρονα δε αναπέμφθηκαν δεήσεις και στις δώδεκα Ελληνόφωνες κοινότητες του Σαλέντο της επαρχίας Λέτσε του Νομού Απουλίας, κοινότητες στις οπαίες πρόσφερε επί σειρά ετών τις υπηρεσίες της ακούραστα, με πολύ ενδιαφέρον και υπέρμετρη αγάπη.

Γεώργιος Βαρτζής

Ο Γεώργιος Βαρτζής απεβίωσε στις 31-3-2009, σε ηλικία 94 ετών και η κηδεία του έγινε την 1-4-2009 στον Ιερό Ναό «Κοίμηση της Θεοτόκου" στην Άνω Στενή.
Ήταν γιος του Αθανασίου και της Δήμητρας και γεννήθηκε την 1-1-1915.
Παντρεύτηκε με τη Μαρία Λέων του Ευαγγέλου και της Αικατερίνης, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά το Σπύρο, το Χαράλαμπο και το Δημήτρη.
Ο Σπύρος παντρεύτηκε με την Ελένη φλώρου και απέκτησε τρία παιδιά, το Γιώργο, που είναι τραπεζικός υπάλληλος, τον Τριαντάφυλλο, που είναι φοιτητής πληροφορικής στο Ηράκλειο Κρήτης και τον Γιάννη που εφέτος θα δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του σε Ανώτατη ή Ανώτερη σχολή.
Ο Χαράλαμπος παντρεύτηκε με την Ελένη Κατσίκα και απέκτησαν δύο παιδιά, τη Μαρία και τη Γεωργία.
Ο Δημήτρης παντρεύτηκε με την Ελένη Τσώκου και απέκτησαν δύο παιδιά, το Γιώργο που φοιτεί στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στη Σάμο στο τμήμα Στατιστικής, χρηματοοικονομικών και Μαθηματικών και τη Μαρία που από του χρόνου θα πηγαίνει στην Πρώτη Λυκείου.
Η σύζυγός του Μαρία, απεβίωσε πριν τεσσεράμισι περίπου χρόνια, στις 27-8-2004, ενώ πεντέμισι χρόνια πριν,  στις 20-9-2003, αβάσταχτος πόνος συνέτριψε την πατρική του καρδιά με τον θάνατο του μεγαλύτερου γιου του Σπύρου.
Ο Γεώργιος Βαρτζής ήταν φανοποιός (φαναρτζής) πριν από πολλά χρόνια και γυρνούσε στα χωριά όπου κατόπιν παραγγελιών έφτιαχνε διάφορα αντικείμενα  φανοποιοίας, όπως φανάρια, δοχεία διάφορα και εργαλεία προς χρήση οικιακή αλλά και προς χρήση των γεωργών και κτηνοτρόφων της εποχής. Παράλληλα ήταν ένας από τους λίγους πετυχημένους μελισσουργός αλλά ασχολείτο και με τις γεωργικές εργασίες.
Υπήρξε άριστος οικογενειάρχης, εργατικός, φιλικός με τους συμπατριώτες του και πολύ θρησκευόμενος.
Μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του ήταν ακμαίος, και περιποιότανε το περιβόλι αλλά και με άλλες εργασίες ασχολιόταν πηγαίνοντας και ερχόμενος στο κτήμα με τα πόδια.
Μία από τις πιο αγαπημένες του ενασχολήσεις, όταν είχε ελεύθερο χρόνο ήταν το κυνήγι και μάλιστα κατά γενική ομολογία ήταν απ΄ τους καλύτερους κυνηγούς του χωριού.
Έφυγε λοιπόν απ΄ τη ζωή ο Γιώργος Βαρτζής έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του στη γη, αφού έφερε στον κόσμο τρεις γιους και καμάρωσε επτά εγγόνια.

Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...