Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Το ποτάμι της Στενής Ευβοίας

Το ποτάμι της Στενής έρχεται από τις πηγές της Δίρφης, που αναβλύζουν στις πλαγιές της μέσα από κεφαλάρια, νερομάνες, φλέβες και κεφαλόβρυσα και που μέσα από νεροσυρμές καταλήγουν στο ποτάμι και το γεμίζουν για να περάσει με μεγαλοπρέπεια από την Άνω και την Κάτω Στενή. με τον ατέλειωτο παφλασμό των νερών του. Σαν μια αδιάκοπη υγρή συμφωνία που εκτελείται χειμώνα-καλοκαίρι σε όλη τη μουσική κλίμακα, από καταρράκτες με αδιάκοπη ροή, που δίχως στιγμή διαλείμματος, χαρίζουν τη μουσική  τους όλες τις ώρες του έτους από πρωί μέχρι νύκτα και από νύκτα μέχρι το πρωί.

Το έχουν θαυμάσει, το έχουν αγαπήσει αλλά και το έχουν υμνήσει λογοτέχνες, όπως ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Γιάννης Αναστασόπουλος ο Τάσος Ζάππας και πολλοί άλλοι.
Και πως να μην υμνήσεις αυτή την οπτική αλλά και ακουστική ομορφιά που διαμορφώνει το υγρό αυτό άναρθρο τραγούδι με τα υδάτινά του μουσικά όργανα, που είναι αγαλλίαση και ηρεμία για τους επισκέπτες και συνοδεύει τους Στενιώτες σ΄όλη τους τη ζωή, από το λίκνο ως την υπόγεια στέγη τους, που και αυτή την υπόκρουση του χειμάρρου έχουν μεταθανάτια συντροφιά τους και το ακούνε να τους λέει:
Θα ξανάρθω.
Θα γίνω ατμός, σύννεφο και βροχή και θα πέσω να δροσίσω τη γη να ποτίσω τα σπαρτά, να γεμίσω τις πηγές του δάσους και θα σας ξαναδώ. Θα σας ξαναδώ μέσα από τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας……
…….και το ταξίδι συνεχίζεται……

Τα Βρουκολιά (Βουκολιά)

Πριν από 70 και πλέον χρόνια, στη Στενή υπήρχαν 400-500 αγελάδες-βόδια, τα οποία δεν μπορούσαν να συντηρήσουν ή να τα εκτρέφουν στα σπίτια τους λόγω έλλειψης χώρου κυρίως. Γι αυτό το λόγο υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι συγκέντρωναν όλα τα βοοειδή του χωριού και δημιουργούσαν τα Βρουκολιά (Βουκολιά).
Οι βουκόλοι έφτιαχναν μια μάντρα σε κάποια περιοχή, που συνήθως ήταν μία από τις παρακάτω: Θυμάρια, Λιβάδια, Βρωμόκλαρο, Παλιάλωνα, Μεγάλο χαντάκι, Πέτρα, Ξυδάδες, μαδαρούς κλπ.
Ο ορισμός του χώρου που θα λειτουργούσε το Βουκολιό γινόταν με κοινοτική απόφαση.
Τα ζώα τα συγκέντρωναν οι βουκόλοι προς το τέλος Μαρτίου, που έβγαινε χορτάρι και μπορούσαν να βοσκήσουν. Τα βοσκούσαν καθημερινά και τα πότιζαν στις «Κληματαριές» ή στις «Μπαχούνες», ανάλογα με το που ήταν εγκατεστημένο το Βρουκολιό.
Το βράδυ στη μάντρα, το κάθε ζώο ήξερε και πήγαινε μόνο του να κοιμηθεί στη δική του θέση (στο μάγκο του). Εννοείται πως όποτε τα χρειάζονταν οι ιδιοκτήτες τους, για αλώνισμα κ.α. τα έπαιρναν για λίγες μέρες και τα επέστρεφαν όταν τελείωναν τις δουλειές.
Η αμοιβή του βουκόλου ήταν δύο ξάια στάρι για το κάθε ζώο που είχε αναλάβει για όλη την περίοδο.
Η περίοδος του βουκολιού τελείωνε στις 14 Σεπτεμβρίου.
Αυτή την ημερομηνία έπρεπε όλα τα ζώα να ήταν στα σπίτια για να τα ραντίσουν οι ιδιοκτήτες τους με τον Αγιασμό που είχαν πάρει από τη εκκλησία (της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού).

Από ότι μπορέσαμε να μάθουμε, με τα βουκολιά ασχολούνταν ο Αναστάσιος Κρητικός και ο Ευάγγελος Βλάχος (Μύξης).

Γιάννης Γιαννούκος

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Γραπτές πηγές και παράδοση

Η Στενή σύμφωνα με τον Δημήτρη Γιαννούκο στο «Χρονικόν της Στενής», δημιουργήθηκε γύρω στα 1790 από κατοίκους των οικισμών της περιοχής Σκουντέρι. Μια λοιμώδης ασθένεια και οι αυξανόμενες πιέσεις των Τούρκων οδήγησαν τους κατοίκους των οικισμών της περιοχής να μετοικίσουν 7 χιλιόμετρα βορειότερα, στη σημερινή θέση της Στενής. Επίσης αναφέρει τις θέσεις και το ονόματα των καλυβιών που ήταν το καταφύγιο τους την περίοδο της τουρκοκρατίας. Όλα αυτά είναι τεκμηριωμένα και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Το 1886 εκδόθηκε το πρώτο ευβοϊκό διήγημα με τίτλο «Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα» του γυμνασιάρχη Νικόλαου Αντωνόπουλου. Το 1939 ο δάσκαλος Γεώργιος Ντεγιάννης κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Μέσα στους λόγγους» ένα ύμνο στη φύση και το δάσος.
Στα δυο αυτά βιβλία αναφέρονται οι αγώνες των Στενιωτών εναντίον των Τούρκων και γίνεται ειδική αναφορά στα Καλύβια,στα «Άγια των Αγίων» της ελληνικής λευτεριάς όπως τα αποκαλεί ο Γ. Ντεγιάννης.
Σε αυτά γραπτά έρχεται να προστεθεί και η προφορική παράδοση. Η ιστορία του καντηλανάφτη ο οποίος τέλειωσε ατάραχος το άναμμα των καντηλιών στην Παναγία, η ιστορία του Σεβρήκα την οποία διηγιόταν η γιαγιά μου όπως την είχε ακούσει από την μάννα της, η ιστορία του θρυλικού Καπετάνιου που του είχαν κόψει τα αυτιά οι τούρκοι μπροστά στον Αγιαννάκη και κατόπιν έγινε ο μεγαλύτερος πολέμιός των και άλλες προφορικές παραδόσεις οι οποίες πιστεύω ότι κάποτε ήταν ανεξάντλητες. Επίσης η προφορική παράδοση μας δίνει αρκετά στοιχεία. Για τη σωματική διάπλαση και ρώμη των παλιών Στενιωτών έχουν ειπωθεί πάρα πολλά. Θρύλος ή πραγματικότητα; Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ!
Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ανάλυση της ιστορίας του χωριού, να διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από το θρύλο. Μεγάλο ρόλο σε αυτό πιστεύουμε θα παίξει και η αναφορά στα συγγενολόγια της Στενής.

Το Ηπειρώτικο αίμα
Οι πιο παλιοί Στενιώτες ήξεραν ότι στις φλέβες τους κυλάει πολύ αίμα Ηπειρώτικο. Άλλωστε από διηγήσεις πολύ παλαιότερων ξέρουμε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι ηπειρώτικοι χοροί ήταν πολύ συνηθισμένοι στα πανηγύρια της Στενής.
Η ιστορία της Αγγελούς κόρης του Χριστόδουλου Δημάκη και αδερφής του καλόγερου Σαμουήλ του Σουλίου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Πήγε στην Ήπειρο παντρεύτηκε το Θωμά Τζιμάκα και επέστρεψαν καταδιωκόμενοι στη Στενή μετά την καταστροφή του Σουλίου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσει οι Ηπειρώτες ήρθαν στη Στενή σε πολλές περιπτώσεις πολύ πριν το 1800 και συνέχισαν να έρχονται και πολύ μετά την απελευθέρωση και όλο το διάστημα έως την απελευθέρωση της Ηπείρου από τους τούρκους.

Γιάννης Μυτάκης

Το ξεχειμώνιασμα στη Στενή


Στο χωριό μας τη Στενή, αλλά και σε όλα τα απομονωμένα χωριά, όπως φαντάζομαι, που ήταν μακριά από αστικά κέντρα, αλλά κυρίως τα ορεινά, που οι καιρικές συνθήκες ήταν ικανές να τα απομονώσουν για εβδομάδες και για μήνες ίσως, ειδικά όταν το χιόνι ήταν πολύ και σηκωνότανε «μπόια», όπως έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες μας και παράλληλα με την έλλειψη τακτικής συγκοινωνίας, την ανυπαρξία δρόμων ή τηλεφώνου ή τέλος πάντων οποιουδήποτε επικοινωνιακού μέσου, αλλά και η οικονομική ανέχεια, δεδομένου ότι οι κάτοικοι εργαζόντουσαν με τη γη και έβγαζαν τα γεννήματα της χρονιάς, ενώ οι λίγες ανταλλαγές, όταν γίνονταν, ήταν σε είδος.
Δεν «κυκλοφορούσε» το χρήμα όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε να κάνουν τις προμήθειες τους, που θα τους επέτρεπαν να περάσουν έναν βαρύ χειμώνα και να επιβιώσουν.
Έκαναν λοιπόν το κουμάντο τους την Άνοιξη, το Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο, μέχρι να πιάσουν τα πρώτα τσουχτερά κρύα.
Τρόφιμα, ρούχα, καυσόξυλα, ζωοτροφές, σαπούνι, κ.α., όλα παρασκευασμένα από τη δική τους δουλειά και βγαλμένα από τα δικά τους προϊόντα.
Εδώ σ’ αυτή την έρευνα, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την προσπάθεια που έκαναν οι προγονοί μας, ώστε να εφοδιάσουν το σπιτικό τους με τρόφιμα, και να περάσουν έτσι τον κρύο, βαρύ και μακρύ χειμώνα.
Με λίγα λόγια, να ξεχειμωνιάσουνε.
Τις φυτικές τροφές τις εξοικονομούσαν από την καλλιέργεια των χωραφιών, όπου έσπερναν τα προϊόντα εκείνα που δεν χρειάζονταν νερό (ξηριακά), από τα περιβόλια (που ήθελαν πότισμα), από τα λίγα οπωροφόρα δέντρα, τις ελιές, τα αμπέλια και από συγκομιδές στις οποίες καταγίνονταν, συγκεντρώνοντας προϊόντα που δεν ήταν υποχρεωμένοι να καλλιεργούν, όπως χόρτα διάφορα, μανιτάρια, αρωματικά φυτά (τσάι, ρίγανη, θρούμπι, θυμάρι κ.α.).
Όλες οι οικογένειες, είχαν στην αυλή τους λίγες κότες, για το κρέας και τα αυγά. Επίσης λίγα μανάρια (αρνιά και κατσίκια) για το γάλα και το κρέας. Οι περισσότερες οικογένειες όμως, είχαν κατσίκες, γιατί τα αρνιά ήθελαν περισσότερο ελεύθερη βοσκή, πράγμα δύσκολο για τις μέρες του χειμώνα και επιπλέον βέλαζαν πολύ όταν ήταν κλεισμένα στο στάβλο, ο οποίος στάβλος, όπως καταλαβαίνετε, ήταν το κατώι του σπιτιού.
Αλλά το κυριότερο και πιο σημαντικό, ήταν το γουρούνι, το οποίο το αγόραζαν το αργότερο μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου από το παζάρι της Κάτω Στενής, το τάιζαν μέχρι τα Χριστούγεννα και από το οποίο όπως θα δούμε παρακάτω, τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.
Τις υπόλοιπες τροφές που δεν παρήγαγε η περιοχή, αλλά και άλλα «χρειαζούμενα» για την παρασκευή φαγητού, τα προμηθεύονταν με ανταλλαγές προϊόντων από άλλες περιοχές, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ενώ μερικά απ' αυτά, από τα μπακάλικα που άρχισαν να λειτουργούν με την παρέλευση του χρόνου, που κι αυτά προμηθεύονταν τα εμπορεύματα τους με τον ίδιο τρόπο κατά μεγάλο ποσοστό, γιατί πρέπει να θυμίσουμε ότι οι περισσότεροι κάτοικοι έκαναν τις αγορές τους πληρώνοντας σε είδος. Αυτά τα συγκέντρωναν οι «Μαγαζαραίοι» και τα πήγαιναν στη Χαλκίδα, τα πουλούσαν, έναντι πληρωμής ή προμηθεύονταν τα εμπορεύματα τους, ανταλλάσσοντάς τα.
Η ανταλλαγή - προμήθεια, γινόταν ή με την προσωπική κάθοδο των ιδίων στη Χαλκίδα, ή μέσω των αγωγιατών.
Δημητριακά και όσπρια
Περί τα τέλη του Μάη, έβγαινε η φάβα και περίπου την ίδια εποχή και οι φακές.
Στη συνέχεια, σειρά είχαν, ο βίκος, η βρώμη και η ρόβη, που τα χρησιμοποιούσαν κατά κύριο λόγο για ζωοτροφές.
Αρχές Ιουνίου, έβγαινε το πρώιμο κριθάρι και προς το τέλος του ίδιου μήνα, το όψιμο.
Τέλος Ιουνίου έβγαινε και το σιτάρι και τον Ιούλιο γινόταν ο αλωνισμός του.
Τον Ιούλιο ήταν η εποχή της συγκομιδής των ρεβιθιών και τέλος Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, με διαφορά λίγων ημερών, ήταν η εποχή της συγκομιδής των μαυρομάτικων φασολιών (γυφτοφάσουλα) και του καλαμποκιού.
Τη φάβα αφού την αλωνίζανε και την καθαρίζανε, την πηγαίνανε στο μύλο για να τριφτεί σε μικρότερα κομμάτια. Οι περισσότεροι όμως είχαν στο σπίτι χειρόμυλο «χειρόμπλου» γι αυτή τη δουλειά και όσοι δεν είχαν δανειζόντουσαν από φίλους και γειτόνους.
Η φακή αφού αλωνιζόταν και καθαριζόταν, αποθηκευόταν απ’ ευθείας για το χειμώνα.
Το καλαμπόκι, μετά τη συγκομιδή και αφού μεταφερθεί στο σπίτι, γίνεται το ξεμπούκιασμα (βγάλσιμο των φύλλων που το τυλίγουν). Ύστερα το αφήνουν λίγες μέρες στον ήλιο να στεγνώσει και στη συνέχεια το χτυπάνε με ένα ειδικό ξύλο (λουμπούτι), για να διαχωριστεί ο καρπός από το κοτσάνι (μπούρτσι). Μερικά τα κρατάνε όπως είναι για να έχουν να τα ψήνουν το χειμώνα. Με το αλεύρι του καλαμποκιού, έφτιαχναν την μπομπότα και άλλα παρασκευάσματα, που θα δούμε στη συνέχεια.
Το κριθάρι ενώ βασικά το αξιοποιούσαν σαν ζωοτροφή, παράλληλα έφτιαναν το κριθαρένιο ψωμί ή το χρησιμοποιούσαν αναμεμειγμένο με σιτάρι, καθώς και άλλα δημητριακά ή και όσπρια συνήθως για να κάνουν πολύσπορο ψωμί, το λεγόμενο «σμιγάδι». Και αυτό, όχι γιατί πίστευαν, όπως σήμερα, ότι το πολύσπορο ψωμί είναι πιο υγιεινό, αλλά γιατί η ποσότητα του σιταριού δεν ήταν τόση, για να το χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά για την παρασκευή ψωμιού.
Κατά συνέπεια, λογικό είναι, ότι ψωμί πολύσπορο (σμιγάδι), συνήθως έφτιαχναν οι φτωχότερες οικογένειες.
Αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν το σιτάρι, που με το αλεύρι που έβγαινε μετά την άλεση, μπορούσαν να φτιάξουν χίλια δυο παρασκευάσματα, που και αυτά θα τα δούμε στη συνέχεια.
Ο Μπάρμπα Τάσος Κορώνης (Μαμάκας), έλεγε το παρακάτω δίστιχο.
«Έχ' ο ντάλαρος αλεύρ', Χριστός Ανέστ'.
Δεν έχ' ο ντάλαρος αλεύρ', θάνατον πατήσας»
Ο Μπάρμπα Τάσος, μην γνωρίζοντας ίσως, να ερμηνεύσει το νόημα της φράσης «θάνατον πατήσας» και επηρεασμένος από τη λέξη θάνατος, πίστευε ότι είχε κακή έννοια και ήθελε να αποδώσει τη δυστυχία που θα επέφερε η έλλειψη του αλευριού.
Περιβολικά
Όλοι καλλιεργούσαν από ένα περιβόλι, μικρό ή μεγάλο, σε τόπους που δίπλα ή πολύ κοντά υπήρχε ποτάμι, ώστε να είναι εύκολο το πότισμα. Από ένα σημείο του ποταμιού, το οποίο ήταν ψηλότερα από το επίπεδο που βρισκόντουσαν τα περιβόλια, έπιαναν το νερό (δέση), το οποίο μέσω ενός αυλακιού, το οποίο περνούσε δίπλα στα περιβόλια, πότιζαν με τη σειρά οι κάτοικοι, την οποία (σειρά) συνήθως καθόριζε ο νεροκράτης. Όταν ερχόταν η σειρά κάποιου να ποτίσει, ελευθέρωνε το άνοιγμα στο αυλάκι που επικοινωνούσε με το περιβόλι του (καταπότης) και έφραζε το αυλάκι ώστε να μην φεύγει το νερό προς τα κάτω, αλλά να στρίβει προς το περιβόλι του. Τα κύρια προϊόντα που καλλιεργούσαν στα περιβόλια, ήταν τα φασόλια τα κλαρωτά, τα οποία «έσερναν» μεγάλο ύψος και τα στήριζαν με κλάρες, τις λεγόμενες φασουλόκλαρες, και τα χαμοφάσουλα ή κολοβά, τα οποία είχαν μικρότερο ύψος, δεν χρειαζόντουσαν υποστήριξη από κλάρες, αλλά ήταν κάπως χαμηλότερης ποιότητας, γιαυτό και οι κάτοικοι προτιμούσαν τις κλαρωτές φασολιές, αν και χρειαζόταν περισσότερη διαδικασία η καλλιέργειά τους.
Άλλα προϊόντα ήταν οι ντομάτες, οι μελιτζάνες οι μικρές κολοκύθες, οι μεγάλες κολοκύθες (λίρες). Αλλά και τα κρεμμύδια.
Οι μελιτζάνες και οι μικρές κολοκύθες καταναλώνονταν εποχιακά, ενώ απ' τις ντομάτες και τις λίρες, αποκόμιζαν τρόφιμα και για το χειμώνα, όπως θα δούμε. Πατάτες, δεν καλλιεργούσαν στο χωριό, αλλά ήταν ένα προϊόν που το προμηθεύονταν, ανταλλάσσοντας το με παραγόμενα προϊόντα της περιοχής. Μόνο με την μεγάλη πείνα του 1940-1944 και ίσως λίγο αργότερα με τον εμφύλιο, καλλιεργήθηκε η πατάτα στο δάσος και απ' ότι μαθαίνουμε από παλαιότερους, ήταν πάρα πολύ καλή.
Δενδροκομία
Από τα δενδροκομικά προϊόντα, τα πιο διαδεδομένα, ήταν. Τα μούρα, τα αχλάδια, τα κυδώνια, τα ρόδια, τα καρύδια τα κάστανα, τα σύκα και σε μικρές ποσότητες, τα κεράσια, τα μύγδαλα, τα μήλα τα τζίτζιφα, τα βύσσινα και τα άβγαρα. Τα κάστανα, τα βύσσινα, τα μήλα (κυρίως φιρίκια), αλλά και λίγες κερασιές, ήταν στο δάσος (υπήρχαν και σε χαμηλότερο υψόμετρο μερικές). Τα φρούτα που μπορούσαν να τα συντηρήσουν ή να κάνουν διάφορα παρασκευάσματα που θα τα χρησιμοποιούσαν το χειμώνα, ήταν τα κυδώνια, τα σύκα, τα ρόδια, τα καρύδια, τα τζίτζιφα, τα μύγδαλα, τα κάστανα, ενώ τα βύσσινα και τα κεράσια, μόνο για γλυκό. Επίσης τα άβγαρα, που είχαν το μέγεθος μιας μεγάλης ελιάς, αλλά ήταν στρογγυλά, είχαν χρώμα πορτοκαλοκίτρινο και καταπολεμούσαν τη διάρροια. Τα υπόλοιπα, όπως οι αχλάδες και τα περισσεύματα από τα άλλα φρούτα, τα πουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα που δεν υπήρχαν στο χωριό. Τα μούρα, τα έτρωγαν από τη μουριά, γιατί η φύση του καρπού δεν συνιστούσε συγκομιδή και εκ των υστέρων κατανάλωση, τρώγονταν αμέσως μόλις το έκοβες, ενώ τα μήλα, ήταν τόσα λίγα που μόνο τα έτρωγαν στην εποχή τους, όσα μπορούσαν να συλλέξουν και τίποτα άλλο.
Αμπέλι
Κλάδεμα, σκάψιμο, σκάλισμα, ξεφύλλισμα, κορφολόγημα και πολλές άλλες περιποιήσεις θέλει το αμπέλι, μέχρι τη μέρα του τρύγου, που θα μας δώσει το γλυκό σταφύλι, που με τραγούδια, με αστεία, με γέλια, φωνές, αλλά και με περσινό κρασί, θα το τρυγήσουμε, και στη συνέχεια θα το πατήσουμε για να βγει ο μούστος, ο οποίος εκτός από το κρασί, μας δίνει και πολλές άλλες λιχουδιές, με τις οποίες θα περάσουμε τον χειμώνα.
Ελιές
Και έρχεται και η ώρα της ελιάς, που όλο το χωριό σχεδόν μετακομίζει στους ελαιώνες, οι οποίοι, μην νομίζετε ότι είναι μεγάλοι. Οι πιο πολλοί νοικοκυραίοι, αγωνίζονται για το λάδι της χρονιάς και τις ελιές που θα τις συσκευάσουν για φαγώσιμες.
Το γουρούνι»
Και τέλος, το γουρούνι που το έσφαζαν τα Χριστούγεννα και απ’ το οποίο, όπως προείπαμε, όχι μόνο δεν πάει τίποτα χαμένο, αλλά μας κάνει συντροφιά σχεδόν όλο τον υπόλοιπο χρόνο, με τα παρασκευάσματα που έφτιαχναν οι πρόγονοί μας απ’ αυτό.
Μέλι
Πολύ λίγοι κάτοικοι ασχολούνταν με τη μελισσοκομία και έβγαζαν το απαιτούμενο μέλι της χρονιάς και αν είχαν λίγο περισσότερο το πουλούσαν στους άλλους κατοίκους, γιατί ήταν απαραίτητο κυρίως για τα γλυκά των Χριστουγέννων ή το έδιναν ανταλλάσσοντας το με αγροτικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα, που αυτοί τύχαινε να μην έχουν. Λίγα ήταν τα μελίσσια που είχαν -όσοι είχαν-από δέκα έως εικοσιπέντε περίπου, γιατί οι μεταφορές από βοσκή σε βοσκή γινόταν με τα ζώα και κάθε φόρτωμα ήταν τέσσερα περίπου κουβέλια (κυψέλες), τα οποία τα έφτιαχναν μόνοι τους από κορμό πλατάνας που τον κούφωναν.
-Αυτά λοιπόν ήταν τα προϊόντα που καλλιεργούσαν, τα παλιά χρόνια στη Στενή και που στη συνέχεια θα πούμε αναλυτικά, ένα προς ένα τα φαγητά που έφτιαχναν, ώστε να περάσουν το χειμώνα τους, ο οποίος χειμώνας της Στενής, το γνωρίζουν και οι νεώτεροι, ακόμα και σήμερα, είναι πολύ βαρύς και μεγάλος σε διάρκεια. Ας σκεφτούμε λοιπόν ποιες ήταν οι συνθήκες τότε, που δεν υπήρχε συγκοινωνία, δρόμοι, τηλέφωνο και ούτε περίμεναν εκχιονιστικά μηχανήματα. Έπρεπε να λιώσει το χιόνι από μόνο του.
Μικρό παιδί ακόμα, υπήρξα αυτόπτης μάρτυς. Όταν ολόκληρο σχεδόν το χωριό, με φτυάρια και τσαπιά (γιατί το χιόνι είχε σκληρύνει), άνοιγε μια ολόκληρη μέρα, μονοπάτια μέσα στο χιόνι (ντουρό), ύστερα από πάνω από ενάμιση περίπου μήνα αποκλεισμό, μόνο και μόνο για να βγάλουν τα ζώα τους από τα κατώια, μουλάρια, γαϊδούρια, κλπ. να τα οδηγήσουν προς τα χωράφια, που είχε αρχίσει να λιώνει σιγά-σιγά το χιόνι, για να ξεμουδιάσουν από την κλεισούρα, αλλά και για να βοσκήσουν γιατί οι ζωοτροφές που ήταν αποθηκευμένες είχαν αρχίσει να τελειώνουν.
Ανταλλαγές
Πως όμως προμηθεύονταν τα προϊόντα εκείνα που δεν μπορούσαν να τα παράγουν στη Στενή και που ήταν απαραίτητα για την παρασκευή φαγητών, όπως αλάτι, πιπέρι, ρύζι κ.α.;
Έκαναν λοιπόν ανταλλαγές προϊόντων ή τα αγόραζαν από νωρίς, πριν ενσκήψει ο βαρύς χειμώνας, από τα χρήματα που έπαιρναν, όταν πουλούσαν μερικά από τα προϊόντα που τους περίσσευαν.
Ενδεικτικά θα αναφέρουμε τη Χαλκίδα, στην οποία πήγαιναν με τα μουλάρια φορτωμένα, με φάβα, κριθάρι, σιτάρι, ρόδια κ.α. και με τα λίγα χρήματα που εισέπρατταν, αγόραζαν, αλάτι, πιπέρι, ζάχαρη και διάφορα μπαχαρικά, όπως κανέλα, γαρύφαλλο, μοσχοκάρυδο για τα γλυκά των Χριστουγέννων κ.α.
Στα Ψαχνά, πήγαιναν αχλάδες, ρόδια, φάβα, κ.α. και έπαιρναν πατάτες, σκόρδα και κρεμμύδια. Οι περισσότεροι όμως, αντί για κρεμμύδια έπαιρναν κοκκάρι, για να το φυτέψουν στο περιβόλι τους και να βγάλουν μόνοι τους τα κρεμμύδια (τους ερχόταν φθηνότερα).
Στις Στρόπωνες, έδιναν κυρίως σιτάρι και κριθάρι, απ’ τα οποία είχαν έλλειψη οι Στροπωνιάτες και έπαιρναν φασόλια και πατάτες.
-Είχαν λοιπόν το χειμώνα για φαγητό, από τα όσπρια, φάβα, φακές, κουκιά, γυφτοφάσουλα, ρεβίθια και φασόλια.
Από το αλεύρι, που προερχόταν από την άλεση του σιταριού, έφτιαχναν ψωμί, φύλλο (χυλοπίτες), τραχανά γλυκό, τραχανά ξινό, μπουλουγούρι, ενώ αν υπήρχε το αλεύρι στον ντάλαρο μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να φτιάξουν τηγανόψωμα, καλαπόδια, σταχτοκουλούρες, πταλιές, κουρκούτι, κουρκόπιτα και φτιαχτά μακαρόνια, αλλά και γλυκά, όπως τηγανήτες (λουκουμάδες), μπακλαβά, μελομακάρονα και δίπλες.
Από το κριθάρι έφτιαχναν το κριθαρένιο ψωμί και το πολύσπορο (σμιγάδι).
Από το καλαμπόκι την μπομπότα, την κατσαμάγκα και πολλές φορές τις σκασμούτρες (ποπ- κορν).
Από τις ντομάτες έφτιαχναν τον πελτέ, αλλά και πολλές φορές τις συντηρούσαν για αρκετό διάστημα, τοποθετώντας τες ανάμεσα στα άχυρα.
Από τις μεγάλες κολοκύθες (λίρες) γίνονταν οι λιροκεφτέδες και η λιρόπιτα.
Από το κρεμμύδι εκτός του ότι ήταν απαραίτητο στα περισσότερα φαγητά, έφτιαχναν και το λιχωζούμι.
Φρούτα που μπορούσαν να συντηρηθούν όλο το χειμώνα, ήταν τα κάστανα, τα κυδώνια, τα σύκα, τα ρόδια, τα καρύδια, τα μύγδαλα και τα τζίτζιφα, ενώ τα βύσσινα μόνο σε γλυκό..
Απ’ το σταφύλι έβγαζαν το κρασί, το ξύδι, το τσίπουρο, ενώ για γλυκά το πετιμέζι, τη μουσταλευριά, τη μουστόπιτα και τα σουτζούκια.
Από τις ελιές το λάδι και τις φαγώσιμες ελιές μετά από επεξεργασία.
Τέλος από το γουρούνι γινόντουσαν τα λουκάνικα, ο πασπαλάς, και η πηχτή, ενώ τα κόκαλα του γουρουνιού με το λιγοστό κρέας που τα περιέβαλε, έμπαιναν σε άρμη και μπορούσαν να μαγειρευτούν οποτεδήποτε, μαζί με μακαρόνια, ρύζι κ.λπ.
Εκτός όμως απ’ όλα αυτά ήταν η κουβαρντού, η γαλαντόμα και φιλεύσπλαχνη φύση, που προμήθευε με διάφορα χόρτα τους κατοίκους, όπως τα θανασάκια, καυκαλίθρες, ζογκιά, ραδίκια, κοκκινοράδικα, λαψάνες, σκυλόβρουβες, ρεπανίθρες, ψωμάκια, λάπατα, πικραλίθρες, ρόκα, γαλατσίθρες, μάραθα, βοϊδόγλωσσες, κατσικοπόδαρα, βλήτα κλπ.
-Απαραίτητα λοιπόν σε κάθε σπίτι έπρεπε να υπήρχε το αμπάρι για το σιτάρι και το κριθάρι, η σεντούκα για το καλαμπόκι, τη φάβα, τα διάφορα όσπρια, ο ντάλαρος για το αλεύρι, η πνιότα για τις ελιές, το πιθάρι για το λάδι, το δερμάτι, για το τυρί. Υπήρχε βέβαια και ντάλαρος για το τυρί αλλά συνήθως απέφευγαν την αποθήκευση του σ' αυτόν γιατί το τυρί στο ντάλαρο έβγαζε «πηδούλια».
Τα κρεμμύδια τα ρόδια τα κυδώνια κλπ δένονταν σε πλεξάνες (αρμάθες), ενώ το ψωμί έμπαινε στην κοφνίδα.

Γιάννης Γιαννούκος   


Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στη Στενή Ευβοίας

Εξωκλήσι, που βρίσκεται στον Πύργο (Σκουντέρι), μέσα στον περίβολο του πύργου.
Το εξωκλήσι αυτό ανεγέρθη λίγα χρόνια μετά το 1890, που μόναζε εκεί ο πατήρ Αγάπιος.
Στα μετέπειτα χρόνια έχει ανακαινιστεί από την εκκλησιαστική επιτροπή και φιλόθρησκους χριστιανούς.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 25 Μαρτίου
*Επειδή όμως η 25η Μαρτίου είναι Εθνική Εορτή και δεν μπορεί να λειτουργηθεί, με απόφαση της εκκλησιαστικής επιτροπής λειτουργείται το Σάββατο του Λαζάρου.

Γιάννης Γιαννούκος.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, πριν την τελευταία ανακαίνιση.




Άγιος Χαράλαμπος στη Στενή Ευβοίας

Εξωκλήσι, που βρίσκεται στον Πύργο (Σκουντέρι), μέσα στον περίβολο του πύργου.
Το εξωκλήσι αυτό ανεγέρθη λίγα χρόνια μετά το 1890, που μόναζε εκεί ο πατήρ Αγάπιος.
Στα μετέπειτα χρόνια έχει ανακαινιστεί από την εκκλησιαστική επιτροπή και φιλόθρησκους χριστιανούς.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 10 Φεβρουαρίου

Γιάννης Γιαννούκος.

Ο Άγιος Χαράλαμπος, πριν την  τελευταία ανακαίνιση.



Ζωοδόχος Πηγή στη Στενή Ευβοίας

Το εξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής (Αναστασάς), βρίσκεται στο Σκουντέρι, μέσα στον περίβολο του Πύργου.
Είναι πολύ παλαιός και κτίστηκε μάλλον αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Το συμπέρασμα αυτό το βγάζουμε από το γεγονός ότι στον Πύργο είχε την έδρα του ο Τούρκος διοικητής και το θεωρούμε μάλλον αδύνατον να επέτρεπε την ανέγερση χριστιανικής εκκλησίας δίπλα του.
Πριν 40 περίπου χρόνια κατεδαφίστηκε και ανεγέρθη καινούριος.
Απ΄ότι μας είπε ο Γεώργιο Μαστρογιάννης (Λαδάς), κατά το σκάψιμο των θεμελίων ανευρέθηκαν πολλά οστά, στην πλειοψηφία τους μικρών παιδιών.
Ίσως η πληροφορία αυτή συνηγορεί στο ότι στην περιοχή είχε εκδηλωθεί μολυσματική ασθένεια, γεγονός που ανάγκασε τους κατοίκους να εγκατασταθούν στο σημερινό χωριό, τη Στενή.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω στενής.
Εορτάζει την πρώτη Παρασκευή, μετά το Πάσχα (κινητή εορτή)

Γιάννης Γιαννούκος


Η Ζωοδόχος Πηγή  όπως ήταν παλιά.
Διακρίνεται η είσοδος του περίβολου, η Ζωοδόχος Πηγή και πίσω ο Πύργος.




Άγιος Δημήτριος στη Στενή Ευβοίας

Το εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στη θέση 
"Μποτσίκια" στην περιοχή Σκουντέρι.
Μικροσκοπικός κι αυτός σε σχήμα παραλληλογράμμου.
Είναι Ναός της εποχής της Τουρκοκρατίας.
Του Ναού αυτού έγινε ανακαίνιση το 1958, με φροντίδα και έξοδα του συνδημότη μας από την Αμερική που είχε επαναπατρισθεί, Στέφανου Κοντού. Με μέριμνά του τοποθετήθηκαν εικόνες και καντήλια. Μόνο μια εικόνα ξύλινη, δυσδιάκριτος διασώθηκε από την παλιά εποχή.
Και μετά την ανακαίνισή του, ο Ναός διατήρησε την χαμηλή θύρα και το δάπεδο να βρίσκεται ένα περίπου μέτρο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Γύρω από το Ναό διακρίνονταν ίχνη θεμελίων οικιών. Ίσως να ήταν κελιά μοναχών ή οικήματα στα οποία έμεναν οικογένειες που αποτελούσαν τον μικρό οικισμό του Αγίου Δημητρίου.
Ο Ναός ανακαινίστηκε εκ νέου το 1980-81.από προσφορές πιστών.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 26 Οκτωβρίου.

Γιάννης Γιαννούκος

Άγιος Νικόλαος στη Στενή της Εύβοιας

Ερείπια του Ναού του Αγίου Νικολάου, ο οποίος ήταν Ναός της εποχής της Τουρκοκρατίας, υπήρχαν ανάμεσα στα ποτάμια «Καμπιώτικο ρέμα» και «Ρέμα Παλιόμυλος», όπου και το χωριό Άγιος Νικόλαος, κατά την παράδοση.
Σωροί ερειπίων υπήρχαν εκεί και οι κτηνοτρόφοι της περιοχής είχανε στήσει ένα φανάρι, το οποίο άναβαν κάθε βράδυ.
Αργότερα ανεγέρθη ένα εικονοστάσιο, από τον Νικόλαο Γ. Παλαιολόγο.
Ήδη πλησίον των ερειπίων ανεγέρθη Ιερός Ναός, από τον Αθανάσιο Φορτούνα.
Βρίσκεται στα όρια των τοποθεσιών «Κληματαριές και «Παλιοχώρι».
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και εορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου.
Σπανίως όμως λειτουργείται, επειδή στην Ενορία Άνω Στενής υπάρχει και άλλος Ναός του Αγίου Νικολάου.

Γιάννης Γιαννούκος

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Παραμονή σε βουνό

Από τη στήλη «Στο περιθώριο της ζωής»
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 1968

Χειμώνας σε βουνό. Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία, τώρα που μας έλειψε η Πάρνηθα. Σε απόσταση εκατόν είκοσι περίπου χιλιομέτρων από την Αθήνα, η Στενή της Χαλκίδας. Δυόμιση ώρες το σύνολο της διαδρομής.
Παλιά η γνωριμία μας. Στις πλαγιές της Δίρφυς, την είχαμε χαρεί σε θερινούς μήνες, πάνω στις εξάρσεις του πράσινου και του ατέλειωτου παφλασμού των νερών της. Εδώ δε το «ατελείωτο» δεν έχει την έννοια της ημιτελούς συμφωνίας. Είναι η αδιάκοπη υγρή συμφωνία που εκτελείται χειμώνα-καλοκαίρι σε όλη τη μουσική κλίμακα, από καταρράκτες με αδιάκοπη ροή και από βρύσες χωρίς διακόπτες, που δίχως στιγμή διαλείμματος, χαρίζουν την αφθονία τους όλες τις ώρες του έτους από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός και από νυκτός μέχρι πρωίας.
Το υγρό τραγούδι συνοδεύει τους Στενιώτες από το λίκνο ως την υπόγεια στέγη τους, που και αυτή την υπόκρουση του χειμάρρου έχουν μεταθανάτια συντροφιά τους.
Όπου νερό και βλάστηση. Στα πράσινά της γνωρίσαμε τη Στενή. Γυμνοί τώρα οι πλάτανοι, οι καστανιές, οι συκιές, οι καρυδιές, οι κερασιές, οι βυσσινιές της.
Που και που ο κισσός αγκαλιάζει από κανένα γερό πλάτανο για να τον προστατεύσει με το πράσινο κάλυμμα από την ψύξη.
Το πεύκο ανηφορίζει ως το τελευταίο όριο της αντοχής τους. Επί ένα διάστημα η συνύπαρξη με το έλατο. Ώσπου πέρα από τα  εφτακόσια μέτρα, μόνο αυτό μένει άρχοντας του βουνού, σοβαρός κάτω από το σκούρο του μανδύα.
Πασπαλισμένη με χιόνι η κορυφή του όρους. Έρημος ο χωματόδρομος που οδηγεί σ΄αυτήν. Ποιός αφήνει το χωριό πάνω στις ετοιμασίες της παραμονής; Ούτε οι βοσκοί. Λίγοι ορειβάτες μόνο ανέβηκαν στην κορυφή να κόψουν την πίττα στο καταφύγιό τους.
Στο χωριό εμείς. Με το «δέντρο» του κι αυτό. «Δέντρο» της κοινότητας στη μικρή πλατεία του χωριού. «Δέντρο» στα μαγαζάκια, «Δέντρο» στα σπίτια. Ρίζωσε για καλά το «Δέντρο» στην Ελλάδα. «Δέντρο» και στο ξενοδοχείο μας.
Καθαρό, κόμοδο, λογικό στις τιμές, με τον εορταστικό διάκοσμό του, με το βαθύ τζάκι, όπου πυρπολούμενη και πολύφλογη η ξύλινη σάρκα παραδίδεται στην περίπτυξη της φλόγας.
Χαρούμενα νιάτα γύρω σ΄ένα μεγάλο τραπέζι. Αγόρια και κορίτσια. Το νέο κύμα στη ζωηρή αλλά και κόσμια εμφάνισή του. Ζωηρότητα που εκόπαζε στο σημείο πέρα από το οποίο θ΄άρχιζε να γίνεται ενόχληση. Δεν έγινε. Έγινε κρουνός απ΄όπου ανέβλυζε η ιλαρότητα για μας τους άλλους που τους καμαρώναμε και τους ραίνουμε με τις σιωπηλές ευχές μας.
Από ποιές βόρειες χώρες να προέρχονταν τα δύο ζευγάρια των ξένων;
Ωραία, ροδαλά και καλοδεμένα παιδιά. Μ΄ένα βιβλίο στο χέρι, δεν σήκωναν τα μάτια παρά για ανταλλάξουν τις οπτικές τρυφερότητές τους.
Απορία στο εγχώριο πλήρωμα: Νέα παιδιά και να το ρίξουν στην ανάγνωση με τόσο πάθος! Που να φαντασθούν – κι ας διανύουμε – ότι έξω από μας η ανάγνωση είναι σταθερή ψυχαγωγία των ανθρώπων.
Στα πεζούλια, κάτω από τη θωπεία του χειμωνιάτικου ήλιου. Γυναίκες του χωριού με κίτρινες μαντήλες στο κεφάλι, διαλαλούν από τα πεζούλια τα προϊόντα τους.
Μέλι, καστανόχωμα, ραδίκια, φασόλια μαυρομάτικα, φλισκούνι, ρίγανη, τσάι του βουνού, σύκα, καρύδια.
Δεν είναι πλουτοφόρα για τους εκθέτες τα εκθέματα. Αλλά μήπως σας ζήτησαν πλούτη! Δεν ζητούν παρά ν΄αναλώσουν ειρηνικά τις ημέρες τους, ισόβιοι ακροατές της υδάτινης συμφωνικής και του θροΐσματος των πλατάνων.


Π. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

Το εξωκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, είχε ανεγερθεί πριν από το 1880 και βρίσκεται στην τοποθεσία «Καστέλι» στη Στενή.
Με την πάροδο του χρόνου όμως ερειπώθηκε και το 1939 ανακατασκευάστηκε με δαπάνη του εκ Στενής καταγόμενου και διαμένοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Αγγελή Σουλτάνη.
Μεταπολεμικά έγιναν και άλλες ανακαινίσεις από την εκκλησιαστική επιτροπή και προσφορές πιστών.
Ανήκει στην ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 21 Μαΐου.

Γιάννης Γιαννούκος

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Ο όρκος των Στενιωτών το 1821

Από το μυθιστόρημα του Νικολάου Αντωνόπουλου, που εκδόθηκε το 1886, με τίτλο «Μαρούσα η Στροπωνιάτισα» και αναφέρεται στον μεγάλο έρωτα του Γιάννου από τη Στενή και της Μαρούσας
από  τις Στρόπωνες, εξάγουμε από τις περιγραφές πολλά λαογραφικά στοιχεία, καθώς και ιστορικά, τα οποία πιθανόν από στόμα σε στόμα να έχουν κάπως αλλοιωθεί, αλλά πιστεύουμε ότι ο βασικός κορμός πρέπει να προσεγγίζει την αλήθεια, έτσι όπως τα άκουσε ο Αντωνόπουλος από τους κατοίκους, κατά τη διάρκεια της συλλογής στοιχείων, για να «στήσει» την ιστορία του.
Δημοσιεύουμε απόσπασμα από τον όρκο που έδωσαν οι Στενιώτες κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και τα διαμειφθέντα μεταξύ των παλικαριών, πριν ξεκινήσουν για τον μεγάλο ξεσηκωμό, έτσι όπως ακριβώς αναφέρονται στο βιβλίο του Νίκου Αντωνόπουλου και τα οποία συνέβησαν κοντά στον οικισμό Άγιος Νικόλαος, «χωρίου κειμένου ανατολικομεσημβρινώς της Στενής», όπως γράφει ο Αντωνόπουλος.

Γιάννης Γιαννούκος

- Σταθήτε, βρε παιδιά, να ορκιστούμε πως θα χύσουμε και το αίμα μας για την πίστι και την 'λευτεριά της πατρίδας μας.

- Ναι, μπάρμπα Μήτρο, να ορκιστούμε. Ο μπάρμπα Μήτρος τοις υπαγόρευσε τον εξής όρκον, ον επάνελαβον πάντες αυτολεξεί. «Ορκιζόμαστε να χύσουμε το αίμα μας για την πίστη και τη λευτεριά της πατρίδος μας και να πολεμάμε τους τούρκους που μας έκαναν τόσα κακά στον τόπο».
Μετά από αυτόν τον όρκο, πάντες αφ' ου ησπάσθησαν το Ευαγγέλιον την δεξιάν του ιερέως και την παιδίσκην, ησπάσθησαν αλλήλους.

-Τώρα, βρε παιδιά, 'σαν πάμ' όξω από την 'Κλησιά θα σας πω τι γίνεται για την πατρίδα. Εξήλθον της Εκκλησίας και εξηπλώθησαν υπό γηραιάν και μεγαλοπρεπή πλάτανον επί της χλόης παρά την πηγήν του διαυγεστάτου ύδατος. Αι πρώται ακτίνες του ηλίου εχρύσιζαν τα πέριξ φυλλώματα, άτινα η δρόσος της νυκτός είχεν υγράνει. Ο Γέρο-Μήτρος, αφ' ου πρότερον έλαβεν ισχυρόν λήμμα ταμβάκου και επταρνίσθη αλλεπαλλήλως, δ' ησύχου πλην σταθεράς φωνής, είπεν, αυτοίς τα εξής: «-Αδέρφια, τώρα θα σας πω κάμποσα για την πατρίδα μας. Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότενες που η δόλια ήταν 'λεύτερη και ήτανε η πρώτη σ' ούλα τα βασίλεια του κόσμου. Αυτό το λέγουν τα βιβλία, καθώς μου είπε ένας δάσκαλος στο χωριό μας. Ύστερα, μωρέ παιδιά, οι Φράγκοι μας ζηλέψανε ζήλεψαν τ' αγαθά μας και μαζωχτήκανε ούλοι, μαζί και ήρθανε και μας έκαναν σκλάβους πολεμήσανε οι κακόμοιροι οι παπούλιδές μας. Εσκοτωθήκανε πολλοί και 'σκοτώσανε πολλούς, αλλά τι να 'κάναν οι δόλιοι, που 'χανε μαζευτή σαν μυρμήγκια οι σκυλόφραγκοι. Ύστερα, μωρέ παιδιά, οι γουρνομύτιδες οι Τούρκοι, έδιωξαν τους σκυλόφραγκους και πήραν την Ρωμιοσύνη. Αυτό ήτανε το θέλημα του Θεού, που 'θελησε να μας παιδέψη γιατί δεν πιστεύαμε σ' αυτόν. Μα τώρα αποφάσισε να μας λευτερώση, 
γιατί τόσα χρόνια πολλά τραβήξαμε οι άμοιροι γιατί λοιπόν τώρα έδωκε φώτησι σε πολλούς γραμματιζούμενους να κάνουνε επανάστασι και να ζητήσουν τη βοήθεια της Ρουσσίας πώχει την ίδια πίστι μετά μας μας υποσχέθηκε λοιπόν η Ρουσσία πως θα στείλη χρήματα και καράβια και στρατέματα για να μας βοηθήσουν».
«-Αυτά βρε παιδιά, ήθελα να σας πω και να σας συμβουλέψω να πιάσουμε και 'μεις τ' άρματα, σαν τ' αδέρφια μας στο Γριπονήσι, στη Ρούμελη, στο Μωριά και στα νησιά, γιατί ξέρετε Ελλάδα δεν είν' μονάχα το Γριπονήσι, είναι κι άλλαις χώρες που φτάνουν ως την Πόλι που' ταν πρώτα η χώρα της Ελλάδας. Τώρα βρε παιδιά να πάμε στο χωριό μας και να μαζώξουμε όσους μπορέσουμε περισσότερους για να πάμε ν' ανταμωθούμε με τ' αδέρφια μας, που πολεμάνε με τον καπετάν Αγγελή κάτου στα Βρυσάκια. Αλλά βρε παιδιά, όπως τα πρόβατα έχουν το κριάρι μπροστά αρχηγό και οι
μέλισσαις το βασιλιά τους, έτσι και 'μεις πρέπει να κάνουμε καπετάνιο δικό μας, γιατί δίχως καπετάνιο τίποτα δεν κάνουμε». - Ναι, μπάρμπα Μήτρο, ναι, μπάρμπα Μήτρο, να κάνουμε καπετάνιο. Αλλά ποιον να κάνουμε. - Κάμετε όποιον θέλετε. - Εσένα, μπάρμπα Μήτρο, είπον όλοι ομού.
 - Όχι μένα, βρε παιδιά, γιατί είμαι γέρος και δεν ξέρω από τουφέκι καλά, γιατί δεν έχω πολεμήσει με τους Τούρκους ακόμα. Να κάνουμε καπετάνιο τον Γιώργο, πώχει τώρα εφτά χρόνια που δεν άφησε το τουφέκι από τα χέργια, παρά πολεμάει κάθε 'μέρα με τους Τούρκους και ξέρει καλά πως πολεμάνε κι ούλα τα κατατόπια, κι έχει και μάτι αητού. - Ναι, ναι, τον Γιώργο, είπαν πάντες ομού και εγερθέντες ησπάσθησαν αυτόν. Ο Γιώργος κατασυγκινημένος εστηρίχθη επί του καριοφυλλίου του, ύψωσεων την δεξιάν προς τον ουρανόν και μετά φωνής παλλούσης είπεν.
 «-Ορκίζουμε, ρε παιδιά, ότι με την βοήθεια του Θεού και με την παλληκαριά σας όσο η ψυχή μου είναι μέσα στο σώμα μου, Τούρκος δε θα 'ντροπιάση τα άρματά μου, και θα φανώ άξιος καπετάνιος σας». - Ναι, ναι και 'μεις ορκιζόμαστε, ότι θα πεθάνουμε για την πατρίδα μας, είπον μετ' ενθουσιασμού όλοι. - Τώρα, βρε παιδιά, σύρτε στα χωριά σας και μάστε όσους μπορέστε πιο πολλούς και αύριο το πουρνό, πριν ο ήλιος να σας 'δη,να είσαστε απ' όξω απ' τα Ψαχνά. Συ Γιάννο έλα κοντά μου. Πάντες ανεχώρησαν πλήρεις ενθουσιασμού και ελπίδων. Ο Γιάννος μείνας μετά του Γιώργου είπε προς αυτόν: - Γιώργο, τον Μουράτη τον ξέχασες. - Όχι, Γιάννο, ούτε τον Μουράτη εξέχασα ούτε τον Μπέη, τον ένα θα στον δώσω να τον ψήσης και τ' αλλουνού θα πιω το αίμα. Η Μαρούσα η αγαπητηκιά σου και η Φρόσω η αδερφούλα μου, αν ζουν θ' αναγαλλιάση η καρδιά τους κι αν πέθαναν η ψυχή τους. Αλλά, αδελφέ μου Γιάννο, πρώτα την πατρίδα!!! - Ναι, Γιώργο μου, έχεις δίκιο πρώτα την πατρίδα.


Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Άγιοι Απόστολοι στη Στενή Ευβοίας

Εξωκλήσι της Στενής, που βρίσκεται στην τοποθεσία «Μουρές».
Έχει ανεγερθεί πριν το 1880.
Το 1940 έγινε ανακαίνιση από την Εκκλησιαστική Επιτροπή.
Μεταπολεμικά έχουν γίνει και άλλοι εξωραϊσμοί του Ναού.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 30 Ιουνίου

Γιάννης Γιαννούκος

Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα

Ένα μυθιστόρημα του Νίκου Αντωνόπουλου,(1886), που περιγράφει τον έρωτα του Γιάννου από τη Στενή και της Μαρούσας από τις Στρόπωνες και το δραματικό τέλος μιας βαθειάς αληθινής και ανυπόκριτης αγάπης μέσα στα ταραγμένα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821.
Από τις περιγραφές του βιβλίου εξάγουμε πολλά λαογραφικά στοιχεία, καθώς και ιστορικά, τα οποία πιθανόν από στόμα σε στόμα να έχουν κάπως αλλοιωθεί, αλλά πιστεύουμε ότι ο βασικός κορμός πρέπει να προσεγγίζει την αλήθεια, έτσι όπως τα άκουσε ο Αντωνόπουλος από τους κατοίκους, κατά τη διάρκεια της συλλογής στοιχείων, για να «στήσει» την ιστορία του.

Παραθέτουμε απόσπασμα από «Το Χρονικόν της Στενής» του Δημητρίου Γιαννούκου, το οποίο αναφέρεται στο βιβλίο «Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα»

Άγιος Νικόλαος στη Στενή Ευβοίας

Εξωκλήσι της Στενής που βρίσκεται στη θέση Τουρλάκι επί της επαρχιακής οδού Στενής-Χαλκίδος, που το συναντάμε λίγες δεκάδες μέτρα μετά το εκκολαπτήριο πηγαίνοντας προς Χαλκίδα.
Έχει ανεγερθεί πριν το 1880.
Μεταξύ των ετών 1937 και 1938 έγινε ανακατασκευή του.
Μεταπολεμικά εξωραΐστηκε με δαπάνη του Θανάση Βασιλείου αλλά και από άλλες παρεμβάσεις της εκκλησιαστικής επιτροπής και προσφορές πιστών.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου.

Γιάννης Γιαννούκος 

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Σιμιτζής Γεώργιος (Παπατσιρώνης)


Ο Γεώργιος Σιμιτζής (Παπατσιρώνης), ήταν αδελφός του Γιάννη Σιμιτζή (Γιαννιού).
Ο Παπατσιρώνης παντρεύτηκε την Παναγιού Παπαγεωργίου και απέκτησαν οκτώ παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τέσσερα αγόρια. Την
Ο Παπαγιώργης Σιμιτζής
(Παπατσιρώνης)
Παρασκευή, την Κατερίνα, τη Βασιλική, την  Ελένη, το Σπύρο, τον Πέτρο (Παπαπέτρο), Το Δημήτρη και τον Ευθύμιο.
1)-Η Παρασκευή παντρεύτηκε με το Σπύρο Γερακίνη και έκαναν τη Δέσποινα (Δεσποινιώ) η οποία παντρεύτηκε με το Γιάννη Σπύρου (Γκέτσικα), που κι αυτοί με τη σειρά τους έκαναν την Παρασκευή (Βούλα) και το Σπύρο.
2)-Η Αικατερίνη παντρεύτηκε το Νίκο Βλάχο (Γεννάδιο) και έκαναν το Σπύρο που ήταν στρατιωτικός.
3)-Η Βασιλική δεν παντρεύτηκε.
4)-Η Ελένη παντρεύτηκε τον Άγγελο Καμαριώτη (Αγγελέτο) αλλά δεν έκαναν παιδιά.
5)-Ο Σπύρος απεβίωσε στο στρατό από ιλαρά, ενώ
Ο Παπαπέτρος Σιμιτζής
(Γιος του Παπατσιρώνη)
ήταν νεοσύλλεκτος και ακόμα δεν είχε ορκιστεί.
6)-Ο Πέτρος (Παπαπέτρος) παντρεύτηκε την Αικατερίνη Βλάχου και απέκτησαν τρία παιδιά, το Σπύρο, την Ευαγγελία και και τον Κώστα.
α-Ο Σπύρος παντρεύτηκε την Άννα και έκαναν δύο παιδιά, τον Πέτρο και την Κατερίνα.
β-Η Βαγγελιώ παντρεύτηκε τον Χαράλαμπο Κορώνη (Χαραλιά) και έκαναν τρία παιδιά, το Σπύρο, τον Πέτρο και το Γιάννη.
γ-Ο Κώστας παντρεύτηκε τη Μαρία Τρίκα και έκαναν δύο παιδιά, την Κατερίνα και την Ελένη.
7)-Ο Δημήτριος (Τακουνάκιας), παντρεύτηκε την Παναγιώτα από τη Μακρυκάπα και διέμενε στη Μακρυκάπα. Έκανε πέντε παιδιά. Τον Παναγιώτη, το Γεώργιο, τον Ανέστη, τον Ιωάννη και την Ασημένια.
8)-Ο Ευθύμιος παντρεύτηκε την Ειρήνη και δεν έκαναν παιδιά.

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Αγία Άννα στη Στενή Ευβοίας

Το 1904, ανεγέρθη κοντά στο εξωκλήσι Άγιος Γεώργιος και ο μικρός Ναΐσκος της Αγίας Άννης, από τον Μελέτη Αγγελή από τη Στενή, ύστερα από όνειρο που είδε και επαληθεύτηκε. Είδε στον ύπνο του ο Μελέτης, ότι στο μέρος αυτό υπήρχε Ναός της Αγίας Άννης και ότι έπρεπε να ανοικοδομηθεί εκ νέου. Το όνειρό του ο Μελέτης το εκμυστηρεύτηκε στους πλησιέστερους συγγενείς, καθώς και στους αδελφούς Μεταξά, που κατάγονταν από τον Πειραιά και παραθέριζαν στη Στενή.
Οι αδελφοί Μεταξά, ενίσχυσαν την προσπάθεια του Μελέτη, συνδράμοντας και αυτοί για την ανέγερσή του, αφού προηγουμένως είχαν σκάψει και είχαν βρει την εικόνα της Αγίας Άννης, καθώς και υπολείμματα τοιχοποιίας.
Το έτος 1929 επίσης, μετά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, 15 Αυγούστου, διακοσμήθηκε εσωτερικά ο μικρός Ναΐσκος της Αγίας Άννης, με δαπάνες του Ιωάννη Αγγελή, καθηγητού και Αποστόλου Μπεληγιάννη, γιου του πρώτου και γαμπρού του δευτέρου επί θυγατρί, του Μελετίου Αγγελή, ο οποίος όπως έχουμε γνωρίσει, μαζί με τους αδελφούς Μεταξά, είχαν αναγείρει τον Ιερό αυτό Ναΐσκο, το έτος 1904.
Το 1968 ο γιος του Μελέτη ο Σπύρος Αγγελής, συνεννοήθηκε με τα αδέρφια του, το Γιάγκο, τη Στέλλη Μπεληγιάννη και τον Οδυσσέα να φτιάξουν ξανά την εκκλησία. Πράγματι την έριξαν από τα θεμέλια και την έχτισαν όπως είναι σήμερα με το πουρνάρι στη θέση του, σύμφωνα με την παραγγελία της Αγίας Άννας, να μην πειραχτεί.
Βέβαια κάθε χρόνο τα παιδιά του Σπύρου όλο και κάτι φτιάχνουν
Τώρα λειτουργείται κανονικά από και η οικογένεια των Αγγελήδων, δηλαδή τα παιδιά του Σπύρου Αγγελή, του γιου. του Μελέτη κάνουν αρτοκλασία και προσφέρουν φαγητό στη μνήμη της στις 25 Ιουλίου κάθε χρόνο.
Είναι εξωκλήσι της Ενορίας Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Εορτάζει στις 25 Ιουλίου.

Η Αγία Άννα τη δεκαετία του 1960
(Φωτογραφία από το βιβλίο "Το Χρονικόν της Στενής" του Δημητρίου Γιαννούκου)

Γιάννης Γιαννούκος


Χειρόμυλος (χειρόμπλου)

Μικρός χειροκίνητος μύλος, που τον είχαν οι περισσότερες οικογένειες στα σπίτια τους.
Αποτελείτο από δύο στρογγυλές επίπεδες πέτρες, η μία πάνω στην άλλη.
Η κάτω πέτρα είχε στη μέση ένα σίδερο και στο από πάνω μέρος της
είχε γρέζια. Η πάνω πέτρα είχε μία τρύπα στη μέση, από την οποία περνούσε το σίδερο της κάτω πέτρας, ενώ στην άκρη της είχε μια ξύλινη χειρολαβή την οποία κρατούσε η νοικοκυρά, για να την φέρνει γύρω- γύρω και να αλέθει τα διάφορα όσπρια που χρειαζόταν. Η πάνω πέτρα είχε τα γρέζια στην κάτω της μεριά.
Η Βαγγελιώ Λάππα, τη στιγμή που εργάζεται 
με το «χειρόμπλου». Η Βαγγελιώ είναι κόρη 
του Ανέστη Λέων (Ψαρού), απ’ όπου
 και «Ψαρίνα» όπως την αποκαλούσαν,
 η οποία παντρεύτηκε 
το Χρήστο Λάππα από τους Βούνους.
Είναι φανερό πως οι ποσότητες που άλεθαν ήταν μικρές και απαιτείτο
πολύς χρόνος και κόπος.
Οι καρποί που έτριβαν με το χειρόμυλο ήταν η φάβα, η οποία θρυμματιζόταν σε μικρότερα κομμάτια και ήταν έτοιμη για το μαγείρεμα. Επίσης έτριβαν και το σιτάρι φτιάχνοντας το πλιγούρι (μπουλουγούρι), το οποίο το χρειάζονταν για να φτιάχνουν το γλυκό τραχανά, για να κάνουν τις οματιές τα Χριστούγεννα κ.λ.π.
Πολλοί έτριβαν και το χοντρό αλάτι που αγόραζαν τότε χονδρικά 
για να γίνει σκόνη και να το ρίχνουν στο φαγητό.
Από την τρύπα που είχε η πάνω πέτρα, έριχναν λίγο-λίγο τον καρπό και συγχρόνως έφερναν γύρω-γύρω την πάνω πέτρα, έτσι που ο καρπός συνθλιβόταν και προχωρούσε προς τις άκρες των πετρών μέχρι που έπεφτε έξω απ’ αυτές τριμμένος.
Κατά διαστήματα και ανάλογα με τη χρήση, τα γρέζια που υπήρχαν στις πέτρες λειαίνονταν και έπρεπε να γίνει το λεγόμενο χάραγμα. Το χάραγμα ήταν μια εργασία που γινόταν με ένα μικρό μυτερό σφυράκι, με το οποίο χτυπούσαν τις πέτρες από τη μεριά που ήτανε τα γρέζια, ώστε να ξαναδημιουργηθούν και να μπορούν να τρίβουν καλύτερα.
Δεν είχαν όλα τα σπίτια χειρόμυλο, που πολλοί τον έλεγαν και χειρόβολο και οι περισσότεροι ακόμα τον αποκαλούσαν «χειρόμπλου», γι αυτό όσοι δεν είχαν δανείζονταν από τους γειτόνους, οι οποίοι ευχαρίστως τον παραχωρούσαν όταν επρόκειτο για να τρίψουν φάβα ή σιτάρι, σπανίως όμως τον έδιναν όταν επρόκειτο για το αλάτι, γιατί κόλλαγε ανάμεσα στα γρέζια και δημιουργούσε με τον καιρό μια υγρασία «νοτίλα» και έτσι περιορίζονταν να τρίβουν το δικό τους αλάτι, όταν θέλανε να τρίψουν μεγάλες ποσότητες, επειδή για μικρές ποσότητες υπήρχε ο «στούμπος» και να αποφεύγουν να τον δίνουν γι αυτό το σκοπό σε άλλους.
Το να έχει κανείς χειρόμπλου στο σπίτι του ήταν δείγμα νοικοκυροσύνης και αρχοντιάς.
«Αυτή τα έχ’ ούλα» έλεγαν για τη νοικοκυρά που στο σπίτι της είχε τον αργαλειό της, την ανέμη και το μαγκάνι που έφτιαχναν τα μασούρια, τα λανάρια της για το ξάσιμο του μαλλιού, το φούρνο της στην αυλή, το χειρόμπλου της, το κακαβοστάσι της, το καβουρντιστήρι, το ξύλινο πατητήρι για το πάτημα των σταφυλιών, το μύλο του καφέ, τη σφραγίδα για το πρόσφορο (σουφραΐδα) κ.λ.π., και τα πιο μετέπειτα χρόνια την ραπτομηχανή της.

Γιάννης Γιαννούκος

Άγιος Γεώργιος στη Στενή Ευβοίας

Εξωκλήσι της Στενής, που βρίσκεται στην τοποθεσία μεταξύ των περιοχών Δακρυές, λιβάδι και φλιρή.
Έχει ανεγερθεί πριν το 1880 και συντηρείτο από την εκκλησιαστική επιτροπή και προσφορές πιστών.
Μεταπολεμικά έγινε ανακατασκευή του.
Ανήκει στην Ενορία Άνω Στενής και λειτουργείται από τον εφημέριο Άνω Στενής.
Η γιορτή του Αγίου Γεωργίου γιορτάζεται κανονικά στις 23 Απριλίου. Επειδή όμως είναι πολύ μεγάλη γιορτή και επειδή ορισμένα τροπάρια που ψάλλονται για την μνήμη του περιέχουν αναστάσιμα λόγια, η γιορτή δεν μπορεί να γιορταστεί πριν από την Ανάσταση του Χριστού.
Έτσι, όταν η 23η Απριλίου πέφτει πριν το Πάσχα, τότε αυτομάτως η γιορτή του Αγίου Γεωργίου μετατίθεται για την Δεύτερη μέρα του Πάσχα. Διαφορετικά γιορτάζεται κανονικά στις 23 Απριλίου.

Γιάννης Γιαννούκος 

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Στενή Ευβοίας 1932




Φωτογραφία του 1932 που δείχνει μια άποψη της Στενής, στη θέση «Ρεματάκι».
Στην ίδια φωτογραφία που ακολουθεί, σας αναφέρουμε τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, από το 1932 μέχρι σήμερα, όσα τουλάχιστον φαίνονται καθαρά.

                                     ⬇




Από αριστερά.
Το κτίριο με την άσπρη κουκίδα είναι η Εκκλησία της Άνω Στενής
«Η Κοίμηση της Θεοτόκου».

Με την κόκκινη κουκίδα είναι το σπίτι του Κωνσταντίνου Ντουμάνη (Μπέης). Σήμερα το σπίτι ανήκει στον γιο του Γεώργιο Ντουμάνη. Και στον εγγονό του Κωνσταντίνο Ντουμάνη. Το σπίτι έχει ανακαινισθεί.

Με την κίτρινη κουκίδα είναι το σπίτι του Γεωργίου Λέων (Γουράκης), που ήταν παντρεμένος με την Παναγιού Μαστρογιάννη.
Άργότερα περιήλθε στον γιο του Δημήτριο Λέων (Κακαράς) και σήμερα ανήκει στην κόρη του Αικατερίνη το σπίτι έχει ανακαινισθεί.

Με την πράσινη κουκίδα είναι το σπίτι του Γιάννη Λέων (Καλιάφας).
Το 1932 έμενε εκεί η οικογένεια του Γιάννη (Γιάγκου) Μπεληγιάννη, ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη του Καλιάφα, Βαγγελιώ. Αργοτερα περιήλθε στον γιο τους Νικόλαο Μπεληγιάννη (Κάκης) και σήμερα ανήκει στα παιδιά του, Ιωάννη και Δημήτριο. Έχει ανακαινισθεί.
-Το πράσινο βέλος μας δείχνει το φούρνο του Καλιάφα, στην αυλή του σπιτιού.

Με την μπλε κουκίδα είναι το σπίτι του Γάτου (Νακαράκης), που το αγόρασε ο Γιάννης Παπαϊωάννου και σήμερα είναι παραδοσιακός ξενώνας της κόρης του, Γιούλας Παπαϊωάννου

Με την καφέ κουκίδα είναι το σπίτι του Γεωργίου Παπαϊωάννου που περιήλθε στα παιδιά του και στη συνέχεια στα εγγόνια του. Έχει ανακαινισθεί.

Με την άσπρη κουκίδα είναι το σπίτι του, που είχε αγοράσει ο Γεώργιος Μαστρογιάννης (Φούτρας) από την ιδιοκτήτη του που είχε το παρατσούκλι (Τσουμαράκης), Από το Μαστρογιάννη αργότερα το αγόρασε ο Γεώργιος Θάνος (Γιωρίτσας), που το κατεδάφισε και ανήγειρε καινούριο.

Με την κόκκινη κουκίδα είναι το σπίτι του Γεωργίου Μαστρογιάννη (Φούτρα), το οποίο κληρονόμησε ο γιος του Τάσος, Σήμερα έχει κατεδαφιστεί και το οικόπεδο ανήκει στους κληρονόμους του Τάσου Μαστρογιάννη.

Με την κίτρινη κουκίδα είναι το σπίτι του Απόστολου Σιμιτζή (Ποστόλα). Μετά περιήλθε στο γιο του Κωνσταντίνο Σιμιτζή (Κωντής) και σήμερα ανήκει στα παιδιά του Αρετή και Αποστόλη.

Με τη μπλε κουκίδα είναι το σπίτι της Ελένης Μακρή (Ραφτοπούλας) και του αδελφού της Σταύρου. Το αγόρασε πρόσφατα ο Γιάννης Παπαϊωάννου από τους κληρονόμους τους και  σήμερα είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Γιάννη Παπαϊωάννου.

Με την καφέ κουκίδα είναι το σπίτι του Γεωργίου Κουτσούκου. Περιήλθε στο γιο του Σπύρο Κουτσούκου. Σήμερα έχει κατεδαφιστεί και το οικόπεδο ανήκει στους κληρονόμους του Σπύρου Κουτσούκου

Με την άσπρη κουκίδα είναι το σπίτι του Γαλάνη και της συζύγου του Αικατερίνης (Μπιλιούρα). Περιήλθε στα παιδιά της και στο τέλος στα εγγόνια της. Είναι κατεδαφισμένο.

Με την κόκκινη κουκίδα είναι το σπίτι του Αναστασίου Θάνου (Κατάσος). Περιήλθε στο γιο του Νίκο (Τζουρίας) και σήμερα ανήκει στο γιο του Νίκου Θάνου, Λάμπρο Θάνο. Έχει ανοικοδομηθεί.

Γιάννης Γιαννούκος 




Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...