Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Παπακατσαφούτης


Την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. οι Γερμανοί, οι Ιταλοί, τα τάγματα ασφαλείας, οι αντάρτες. Κινδύνευες ανά πάσα στιγμή να θεωρηθείς φιλικός ή εχθρικός προς τη μία ή την άλλη πλευρά και να εκτελεστείς με συνοπτικές διαδικασίες.
Οι γερμανοί είχαν πληροφορίες, πως οι κάτοικοι την Καμπιών (τα Καμπιά απέχουν 4,5 περίπου χιλιόμετρα από τη Στενή), τροφοδοτούσαν με τρόφιμα τους αντάρτες.
Μια μέρα λοιπόν οι Καμπιώτες ακούν από τα μεγάφωνα να τους καλούν στην πλατεία για να τους μιλήσει ένας Γερμανός αξιωματικός οποίος είχε έρθει επικεφαλής αποσπάσματος.
Ο Γερμανός αξιωματικός άρχισε να απειλεί και να απαιτεί να του κατονομάσουν αυτούς που ήταν συνεργάτες των ανταρτών και τους τροφοδοτούσαν.
Φυσικά, οι Καμπιώτες αρνήθηκαν τα πάντα, λέγοντος ότι ουδέποτε έχουν βοηθήσει τους αντάρτες, ότι είναι φιλήσυχοι οικογενειάρχες κ.λ.π.
Αλλά ο Γερμανός συνέχισε να απειλεί πως θα προβεί σε συλλήψεις και εκτελέσεις, αν δε μάθει ποιοι τροφοδοτούν τους αντάρτες.
Ξαφνικά βγαίνει μπροστά από το πλήθος ο ιερέας του χωριού, Παπαθανάσης Παλαιολόγος (Παπακατσαφούτης), που καταγόταν από τη Στενή.
Κύριε αξιωματικέ του λέει (μέσω διερμηνέως). Δεν πρόκειται να βρεις άκρη, εδώ κανείς δεν έχει δώσει ψωμί σε αντάρτη, κι αν είναι κάποιος δεν πρόκειται να σου το πει και έτσι μπορεί να πάρεις άδικα στο λαιμό σου αθώους ανθρώπους.
Για να καταλάβεις λοιπόν πως είναι η κατάσταση εδώ στο χωριό μας αλλά και σε όλα τα χωριά, θα σου προτείνω, να μείνεις απόψε μαζί μας και θα σε φιλοξενήσω εγώ.
Όμως θα διώξεις τους στρατιώτες σου, θα τους δώσεις και το πιστόλι σου.
Εκεί λοιπόν που θα κοιμάσαι χωρίς όπλο και χωρίς τους στρατιώτες σου κι έρθουν οι αντάρτες να σου γυρέψουνε ψωμί, τότε… εσύ μην τους δίνεις.


Παλιές λέξεις της Στενής-Τ


Ταγάρι:. Σάκος υφαντός με πολλά κεντίδια, χοντρός και ανθεκτικός, με το ταγαρόσκοινο, με το οποίο μπορούσες να κρεμάσεις το ταγάρι στον ώμο σου Υπήρχαν και ταγάρια διάφορα, όπως απλό, ανταμωτό κ.α. που τα χρησιμοποιούσαν για διάφορες δουλειές, ενώ τα κεντητά τα χρησιμοποιούσαν κυρίως για επίσημες περιπτώσεις, όπως τα πανηγύρια στα εξωκκλήσια, όταν κατέβαινα για ψώνια στη Χαλκίδα και αλλού.

Ταΐ:. Το φαγητό των ζώων.

Ταΐστρα:. Σκεύος από το οποίο ταΐζονται τα ζώα, κυρίως τα οικόσιτα.

Τακίμι:. Πολλά πράγματα του ίδιου τύπου, που τα χρησιμοποιούν για τον ίδιο σκοπό. (θα πάρω αυτά τα πιατάκια, γιατί είναι τακίμι με τα μεγάλα που έχω).

Τακιμιάζω:. Γίνομαι φίλος με κάποιον, γιατί ταιριάζουμε.

Τάλια:. Μονάδα μέτρησης δημητριακών και οσπρίων. Μία τάλια ισοδυναμεί με δέκα ξάια.

Ταμάχι:. Πλεονεξία, απληστία. Και ταμαχιάρης, ο πλεονέκτης, ο άπληστος, που τα θέλει όλα και γρήγορα. (Το πολύ ταμάχι, χαλάει το στομάχι).

Ταμπάκικο:. Βυρσοδεψείο.

Ταμπάκος:. Σκόνη που γίνεται από ξηρά φύλλα καπνού και εισπνέεται από τη μύτη και γενικά ο λεπτοκομμένος καπνός.

Ταμπής:. Αυτός που έφτιαχνε τον καφέ. Στα καφενεία των πόλεων, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι έφτιαχναν όλων των ειδών τους καφέδες και έκαναν μόνο αυτήν τη δουλειά. Βέβαια στα χωριά δεν υπήρχε η πολυτέλεια να έχουν τα καφενεία ξεχωριστό υπάλληλο που να φτιάχνει μόνο καφέδες, αλλά αν κάποιος καφετζής έφτιαχνε καλό καφέ, τον αποκαλούσαν οι πελάτες ταμπή, για να τον ευχαριστήσουν.

Σιδεράδες στη Στενή


Με τα τρία στοιχεία της φύσης στη διάθεσή του (φωτιά, αέρα και νερό), τα δυνατά του χέρια και το κοφτερό μυαλό, εδώ και χιλιάδες χρόνια το επάγγελμα του σιδερά βοήθησε την ανθρωπότητα να επιζήσει και να προοδεύσει.
Ο Στέλιος Κατσαρής.
Είχε σιδεράδικο.
Μετά το ανέλαβε ο γιος του
 Γιάννης Κατσαρής (Ταρατούμης)
Ο Σιδεράς, με τη φωτιά για να λιώνει το σίδερο, τον αέρα για να φυσάει τη φωτιά για να δυναμώνει και το νερό για να εμβαπτίζει τα πυρωμένα σίδερα, αλλά και με το σφυρί και την τανάλια, βοήθησε τους ανθρώπους να κάνουν πιο εύκολη τη ζωή τους, να διεκπεραιώνουν πιο εύκολα τις δουλειές τους και να αναπτύξουν την παραγωγή τους.
Όλοι περίμεναν από το σιδερά να τους ετοιμάσει τα εργαλεία τους. Ο γεωργός, ο τσοπάνης, ο μελισσοκόμος, ο πεταλωτής τα νοικοκυριά και τόσοι άλλοι.
Και τι δεν έφτιαχνε ο σιδεράς με ένα καμίνι (φούρνο), ένα φυσερό, ένα σφυρί και μια τανάλια.

Τέλος εποχής


Τελευταίοι ράφτες
Τελευταίοι ράφτες παραδοσιακών ρούχων που ήταν στο διάστημα του μεσοπολέμου ήταν, ο Ντούρμας Αριστείδης (Αριστδάνας), ο οποίος έραβε πατατούκες, καπότες, πανωβράκια, ο Ζέρβας Ιωάννης (Μπάλιος) ο οποίος εκτός των άλλων έφτιαχνε και σεγκούνες και ο Δημήτρη Καλαμάρας στην Κάτω Στενή. Τελευταίες μοδίστρες που έραβαν υφαντά όπως φορέματα, μπόλκες, πουκαμίσες κ.λπ, στην Πάνω Στενή στο διάστημα του μεσοπολέμου ήταν η Ευανθία Τσουτσαίου, η Στέλλα Γιαμά-Μπεληγιάννη, η Ουρανία Παπαγεωργίου-Μπεληγιάννη, η Σταυρούλα Καράγκου. Στην Κάτω Στενή η Ελένη Καλαμάρα και η Στέλλα Αγγελάκη. Η πληρωμή αυτών των μαστόρων, συνήθως ήταν σε είδος. Για μια γυναικεία πουκαμίσα, η τιμή ήταν 25 οκάδες τυρί. Μαλλιά, σταφύλια, σιτάρι και κάποιες άλλες φορές χρήματα ήταν η πληρωμή για τη δουλειά που έκαναν οι ράφτες και οι μαστόρες.

Τέλος εποχής
Από το μεσοπόλεμο και μετά άρχισαν να καθιερώνονται οι φραγκοράφτες. Δηλαδή αυτοί που έφτιαχναν τα φράγκικα ρούχα. Πρώτος φραγκοράφτης στη Στενή ήταν ο Δημήτριος Κυράνας, στην Κάτω Στενή. Στην Πάνω Στενή ο Δημήτριος Λέων(Κακαράς) ο Κωνσταντίνος Γιαννούκος(Κωτσαρίγκος). Σε πολύ μικρή ηλικία κατά τη διάρκεια της κατοχής άρχισε να ράβει,
όχι υφαντά η Μαρία Κουτσούκου-Παντιέρα. (Τσαγκαρέλα).

Πλεκτομηχανές
Στον μεσοπόλεμο επίσης παρουσιάστηκαν και οι πρώτες πλεκτομηχανές, που έπλεκαν κυρίως φανέλες μάλλινες. Στην Κάτω Στενή πλεκτομηχανές είχαν η Σωτήρω Κυράνα-Γιαμά, η Μαρία Αγγελάκη και η Αθηνά Άγα.
Στην Πάνω Στενή η Ντούρμα Κατερίνα και η Κουτσούκου Ελένη.
Τελευταίες κεντήστρες στα κοφτά η Γιαννούλα Κοντούλα, η Κατίνα Πισινάρα του Θοδωρή του Γιαννιού, η Ελένη Κατσανά. 


Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Σαμαράδες στη Στενή


Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά με τα ζώα, εφόσον το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η ορεινή μορφολογία του εδάφους δυσχέραινε τις μετακινήσεις.
Ο Κυράνας Χρήστος.
Ήταν ο τελευταίος σαμαράς στη Στενή.
Απεβίωσε το 2016.
Το γαϊδούρι και το μουλάρι ήταν τα πιο διαδεδομένα μέσα μεταφοράς.
Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτείτο, για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι, που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλάτανου, που σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες, το σαμάρι των ζώων ήταν απλό, με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα. Έπαιρνε γι’ αυτό μέτρα από το ζώο και αφού έκανε το σκελετό, κατασκεύαζε το σαμαροσκούτι, ένα σάκο γεμάτο άχυρα που τοποθετούσε στο κάτω μέρος του σαμαριού, για να μην πληγώνεται το ζώο. Το σαμάρι στερεωνόταν  στην πλάτη του ζώου με λουρίδες από χοντρό και σκληρό δέρμα, που έραβε με τη σαμαροβελόνα σ’ αυτό. 
Οι λουρίδες άρχιζαν από το σαμάρι, πήγαιναν στην περιφέρεια του ζώου και έσμιγαν ξανά στην άλλη πλευρά του σαμαριού. Άλλο ένα λουρί έζωνε το σαμάρι κάτω από την κοιλιά. Ακόμα έφτιαχναν και την καπιστράνα (καπίστρι) από δερμάτινες λουρίδες, που προσαρμόζονταν στο κεφάλι του ζώου, για να κρατάει το σχοινί που το έσερνε ο ιδιοκτήτης του.
Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τα μέρη του σαμαριού

Το σύρσιμο


Η Γιαννούλα Μάντζαρη, ή Γιαννούλα του Ασμούτη, ή Κυρία, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που γνώριζε πολύ καλά την τέχνη του συρσίματος, δηλαδή τη διαδικασία κατά την οποία  τοποθετούσαν το στημόνι στο αντί για να μπει στον αργαλειό για ύφανση, διαθέτοντας όλο το μηχανισμό για τη δουλειά αυτή. Σύρσιμο επίσης λέγανε και τη διάρροια.
Η Γιαννούλα είχε ζήσει ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Αθήνα και μιλούσε Αθηναίικα ή κυριίστικα όπως λέγανε γι αυτούς που δε μιλούσανε χωριάτικα.
Η κάπως μπάσα και στομφώδης φωνή της Γιαννούλας, σε συνδυασμό με την κυριίστικη προφορά της, ηχούσε χαρακτηριστικά στα αυτιά των συνομιλητών της. Γι αυτό και το προσωνύμιο «Κυρία»
Μια μέρα η Γιαννούλα κάτι θα είχε φάει και την πείραξε, με αποτέλεσμα όλη τη νύχτα να μην κοιμηθεί καθόλου και να μπαινοβγαίνει στον απόπατο (τουαλέτα).
Το άλλο πρωί, ταλαιπωρημένη, με εμφανή τα σημάδια της νυχτερινής της ταλαιπωρίας, βγήκε στο δρόμο για να πάει σε κάποια δουλεία ,όπου τη συνάντησε μια συγχωριανή της, η οποία πρόσεξε τη χλομάδα στο πρόσωπό της και την κούραση στα μάτια της και ανήσυχη τη ρώτησε.
Είσαι καλά Γιαννούλα, γιατί σε βλέπω λίγο «πεσμένη».
Έχεις δίκιο απαντά η Γιαννούλα, όλο το βράδυ χθες είχα σύρσιμο.
Μα καλά πρώτη φορά έχεις σύρσιμο εσύ; Εσύ μέρα παρά μέρα ξενυχτάς με το σύρσιμο.
Και η Γιαννούλα της απαντά.
Καλέ, δεν είχα σύρσιμο της μηχανής, είχα σύρσιμο του κώλου.

Γιάννης Γιαννούκος


Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Τζίνης Κωνσταντίνος (Γκαρανές). Από τη Στενή στον Πούρνο


Ο Κώστας πήγε από τη Στενή στον Πούρνο. Παντρεύτηκε γυναίκα από τη Σέττα
Έκαναν:
1) Τη Σοφία που πήρε το Νίκο (Κολιός η Στραβομύτης) Μετοχιάτη του Χρήστου
Έκαναν το Χρήστο,(τον Τάσο και τον Μίμη που πέθαναν το 1941 ),την Κατερίνα και την Ελένη
2) Η δεύτερη αδερφή παντρεύτηκε τον Πρόκα από το Θεολόγο.
3) Τον Ανέστη που πήρε τη Σταμούλα Ντούρμα από το Θεολόγο.
Έκαναν το Βασίλη και την Κατίνα.
4) Η Βασίλω που πήρε τον Αντώνη Ντέσκο. Έκαναν το Λάμπρο, το Νίκο και τη Φώτω
5) Ο Δημήτριος πήρε τη Ρίνα Νικολάου Κοντάκη (του Σαραντάρη) και έκαναν την Τριάδα, τη Δήμητρα, το Γεώργιο, την Κωστούλα, τη Βικτώρια και την Ελένη, μητέρα του Άγγελου Μπασινά του γνωστού διεθνή ποδοσφαιριστή που ήταν μέλος της ομάδας που μας χάρισε το ευρωπαϊκό κύπελο εθνικών ομάδων.
6) Ο Λάμπρος πήρε την Παναγιού Βασιλείου Καμινιάρη και έκαναν τη Σοφία
7) Η Μαρία πήρε το Στέλιο τον Κυράνα, γιο του Παπακυράνα. Έκαναν την Αμαλία και τη Δήμητρα


*Βοηθήστε μας να συμπληρώσουμε ή και να επεκτείνουμε το γενεαλογικό σας δένδρο.


Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Στου Χότζα


Στη στενή χαράδρα, που ενώνει την Πάνω με την Κάτω Στενή, υπάρχει τοποθεσία επονομαζόμενη «Στου Χότζα».
Όπως είναι γνωστό, τα τοπωνύμια έχουν πάντα κάποια σχέση με τυχόν υπάρχοντες ιερούς ναούς, μονές και εξωκλήσια, με τη μορφή και το χρώμα του εδάφους, τα νερά, τα διαιτώμενα ζώα, την κυριότητα του κτήτορος, εκ της ιστορίας ή και ποικίλων τοπικών παραδόσεων, αναφερομένων σε διαδραματισθέντα γεγονότα κλπ.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, εκτός του λόγου των διαδραματισθέντων γεγονότων, αποκλείονται οι άλλοι.
Ίσως υποστηρίξει κάποιος την κυριότητα κτημάτων, αλλά αυτός δεν ευσταθεί, καθόσον η τοποθεσία αυτή, ως ευρισκόμενη πλησίον του χωριού κατείχετο από τους Στενιώτες σε όλη της την έκταση και εκαλύπτετο από πεύκα και πυκνούς θάμνους, που εκχερσώθηκαν μεταπελευθερωτικά.
Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι σε συμπλοκή μεταξύ Στενιωτών και Τούρκων που έγινε στο σημείο εκείνο, σκοτώθηκε κάποιος Χότζας, χωρίς να γνωρίζουμε τη χρονολογία  που έγινε αυτό.
Από τότε η περιοχή αυτή ονομάζεται «Στου Χότζα».
Πολλοί θα αμφισβητήσουν το γεγονός, αλλά αν σκεφτούμε ότι
1.Οι Τούρκοι στις διάφορες εκστρατείες τους είχαν πάντα μαζί τους μουσουλμάνους ιεροδιδάσκαλους και νομοδιδάσκαλους, όπως Χοτζάδες, Μουλάδες κλπ.
2 Οι Στενιώτες, εκτός από τους πρώτους κατοίκους που ήρθαν από το Σκουντέρι (Παλιοχώρι), οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ήρθαν στη Στενή κυνηγημένοι από τους Τούρκους και η πιθανή είσοδος των Τούρκων στο χωριό δε συνεπάγετο μόνο τη λεηλασία των υπαρχόντων τους, αλλά και τη σύλληψη των καταδιωκόμενων που είχαν έρθει από άλλες περιοχές. Αυτό και μόνο το γεγονός τους υποχρέωνε να αντισταθούν.
Το ότι οι Στενιώτες ήταν πάντα σε ετοιμότητα αποδεικνύεται και από την ύπαρξη των καλυβιών, σε απόκρυφα σημεία του δάσους, στα οποία κατέφευγαν τα γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια των τούρκικων επιδρομών, τη στιγμή που οι άνδρες αντιμετώπιζαν τους Τούρκους στην  είσοδο του χωριού. Και εκεί κατέφευγαν και οι υπερασπιστές του χωριού, όταν οι δυνάμεις του εχθρού ήταν υπέρτερες.
Άλλωστε ο φύλακας στο καραούλι στο βράχο, ειδοποιούσε τους κατοίκους για τον ερχομό τους.

Γιάννης Γιαννούκος

Χτίστες


Στα μέσα του Θεριστή κι αφού είχαν μισοτελειώσει τις γεωργικές εργασίες ξεκίναγαν τα συνεργεία των χτιστάδων να παίρνουν δουλειές έως το φθινόπωρο. Από πέντε έως δέκα άτομα το κάθε συνεργείο με τον εργολάβο επικεφαλής, έκαναν τη συμφωνία τους και ξεκίναγαν. Πρώτα από όλα ήταν το τραπέζι με κρέας που τους έκανε ο ιδιοκτήτης το οποίο ήταν συνήθως η κότα που είχε σφάξει για τα θεμέλια. Τα συνεργεία αναλάμβαναν σχεδόν τα πάντα ακόμα και να κουβαλήσουν την πέτρα αν αυτό ήταν μέσα στην συμφωνία, αν κι αυτή συνήθως ήταν δουλειά του ιδιοκτήτη. Είχαν τον αρχιμάστορα, τον πελεκητή της πέτρας, τους μαστόρους, τους λασπιάδες. Το συνεργείο αναλάμβανε να τελειώσει το σπίτι ακόμα να τοποθετήσει την ξυλεία και τα κεραμίδια. Μόλις έμπαινε και το τελευταίο κεραμίδι, ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι και τα χαρίσματα στο συνεργείο.
Συνήθως πετσέτες και για τον αρχιμάστορα πουκάμισο.
Στη Στενή δυο ήταν τα σόγια των χτιστάδων μετά την απελευθέρωση από Τούρκους. Οι Μαστρογιανναίοι οι οποίοι ήταν όλοι χτίστες και οι Χαλκιάδες. Και τα δυο αυτά σόγια είχαν έρθει από την Ήπειρο και από εκεί έφεραν την τέχνη του χτισίματος αλλά και της επεξεργασίας της πέτρας. Τέσσερα είναι τα συνεργεία που δούλεψαν τελευταία την πέτρα στην Στενή. Δυο Μαστρογιανναίικα, του Γιάννη και του Τζώρτζη, ένα του Κοντούλα κι ένα των Βασιλείου (Γκράδες).Περισσότερο οικογενειακές επιχειρήσεις μιας που τα περισσότερα μέλη των συνεργείων ήταν από την οικογένεια του εργολάβου. Στο συνεργείο του ο Γιάννης Μαστρογιάννης γεννηθείς το 1884 είχε μαζί τα παιδιά του ένας εκ των οποίων ο Αλέκος ο οποίος είχε τη φήμη πολύ σπουδαίου χτίστη και αναλάμβαναν δουλειές σε όλη σχεδόν την Εύβοια μιας και είχαν φθάσει έως τη μονή Γαλατάκι.

Γιάννης Μητάκης

Παρατσούκλια


Οι άνθρωποι στο χωριό μας βαφτίζονται δυο φορές και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί και περισσότερες..
Το ένα όνομα το δίνει ο νονός στη βάφτιση και το άλλο κάποιος συγχωριανός μας είτε από καλοπροαίρετη περιπαικτική διάθεση είτε από κακοήθεια. Όλοι έχουν το οικογενειακό τους παρατσούκλι, αυτό όμως δεν εμποδίζει κανέναν να του αφιερώσουν και προσωπικό.
Σε πολλές περιπτώσεις αποκαλούν τον ίδιο τον κάτοχο με το παρατσούκλι του σε άλλες όμως περιπτώσεις που είναι παρεξηγήσιμο το λένε πίσω από την πλάτη του. Τα παλιά παρατσούκλια της Στενής είναι φτιαγμένα από ντόπιες λέξεις τόσο παραφθαρμένες που είναι αδύνατον να βρεις την εξήγησή τους.
Αμέτρητα τα παρατσούκλια της Στενής επί «δικαίων και αδίκων». Χαρακτηριστικά του σώματος ή του «μυαλού», λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος συχνά, επάγγελμα. τόπος καταγωγής, παραφθορά του βαφτιστικού ονόματος.

Τραγούδια της Στενής Ευβοίας


Της Ελένης Λάμπρου

Προλογικό σημείωμα.
Η αγάπη για κάθε μορφή λαϊκής δημιουργίας και πολύ περισσότερο για το δημοτικό τραγούδι -αγάπη που την οφείλω στο θαυμάσιο άνθρωπο και πανεπιστημιακό δάσκαλό μου Δ. Λουκάτο - καθώς και η προσπάθεια να ευαισθητοποιήσω με τη σειρά μου τους μαθητές μου στη λαϊκή παράδοση του τόπου τους, μ’ έσπρωξαν να καταγράψω τα παρακάτω τραγούδια. Θέλω να διευκρινίσω πως τα τραγούδια αυτά τα είπαν (το 1976-1977) άνθρωποι «αγράμματοι», άνθρωποι δηλ. που δεν τα διάβασαν σε συλλογές δημοτικών τραγουδιών, αλλά τα έμαθαν από στόμα σε στόμα.
Τώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές, οι περισσότερες απ’ αυτές (γυναίκες ήταν κυρίως) δεν είναι πια κοντά μας, με λύπη το λέω, έκλεισαν το βιολογικό τους κύκλο.
Όμως με συγκίνηση θα θυμάμαι πάντα με τι μεράκι και καμάρι, αλήθεια -κάποτε και με καημό -τα τραγουδούσαν, παρ΄όλες τις επιφυλάξεις τους, γιατί δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν πόσο αναγκαία είναι η διαιώνιση των αυθεντικών στοιχείων του εθνικού μας πολιτισμού, όπως είναι η παρθένα περιοχή των δημοτικών τραγουδιών μέσα απ’ την οποία δεν πέρασε καμιά ξένη αθλιότητα και κανένα μικρόβιο εκφυλισμού, από ’κείνα που στην εποχή μας έχουν μολύνει τα πνευματικά μας πράματα. Στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι φανερή η παρουσία του ατόμου που έπλασε ή τελειοποίησε το ορισμένο τραγούδι, αλλά εκδηλώνεται κυρίαρχη η ψυχή του λαού. Ακριβώς γιατί το δημοτικό τραγούδι εκφράζει τις εμπειρίες, το πνεύμα, τις αισθητικές προτιμήσεις, τα συναισθήματα ολόκληρου του λαού. Τίτλοι των τραγουδιών δεν υπάρχουν. Έγινε μια προσπάθεια κατάταξης ανάλογα με τα θέματά τους. Κάποια τραγούδια έχουν υποστεί επιδράσεις - όπως έγινε παντού - από κατηγορίες τραγουδιών που συγγενεύουν με αυτά (όπως και αντίθετα θα έχουν επηρεάσει άλλα). Γι’ αυτό ένα τραγούδι μπορεί να το βρει κανείς σε μια συλλογή στην κατηγορία των τραγουδιών της ξενιτιάς και σ’ άλλη στα μοιρολόγια ή στα τραγούδια του γάμου. Εξαρτάται από το ποιο μοτίβο προβάλλεται πιο έντονα και σε ποια περίσταση τραγουδιέται στον κάθε τόπο. Σε μερικά τραγούδια είναι φανερό ότι λείπουν κάποιοι στίχοι. Όμως προτίμησα το μισό «γνήσιο» (αφού δεν είχα τη δυνατότητα να το ακούσω από δυο και τρία στόματα την ίδια χρονική περίοδο), παρά την τεχνική αλλοίωσή του με συμπλήρωση λέξεων ή στίχων από άλλες παραλλαγές, που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη νοθεία του τραγουδιού ή την ιδεολογικοπολιτική του παραχάραξη. Τέλος πόσο ενδιαφέρουσες παραλλαγές είναι τούτες της Στενής προσωπικά δεν είμαι σε θέση να το κρίνω, γιατί χρειάζεται σοβαρή συγκριτική εργασία. Πιστεύω όμως πως τουλάχιστον σαν λαογραφικό υλικό πρέπει να δοθούν και τα παραθέτω όπως ειπώθηκαν. Θεσσαλονίκη, Μάης 1996.

Σιμιτζής Αναστάσιος (Παπασιμιτζής)


Ο Παπαναστάσης Σιμιτζής, χειροτονήθηκε παππάς το 1875. Σύζυγος του η Παρασκευή. Παιδιά του η Γιούλα που παντρεύτηκε το Θανάση Ντούρμα, ο Βασίλης που παντρεύτηκε δυο φορές. δεύτερος γάμος η Παναγιού από τους Μακρήδες, ο Σταύρος που παντρεύτηκε στο Μίστρο και έμεινε εκεί, η Κατίνα, που παντρεύτηκε το Θανάση Καμαριώτη (Παρέα), η Ελένη που παντρεύτηκε το Μήτρο Γάτο.
1-Η Γιούλα, παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Ντούρμα (Μανταλό), που ήταν ράφτης και έραβε πατατούκες. Το ραφείο το είχε στην Πάνω Στενή. Σε τακτά χρονικά διαστήματα φόρτωνε το ειδικό τραπεζάκι (διασώζεται), τα εργαλεία του στο μουλάρι και έκανε το γύρο των χωριών. Έμενε στα σπίτια αυτών που τους έφτιαχνε ρούχα.
Έκαναν 8 παιδιά.
1.Την Ορσαλία που παντρεύτηκε το  Χρήστο Γερακίνη (Σκαρλά).
2.Το Νίκο αξιωματικό που παντρεύτηκε την Ολυμπία. Ο Νίκος ήταν ναρκοσυλλέκτης και σκοτώθηκε το 1947 από παγιδευμένη γερμανική νάρκη.
3.Το Γιώργο, ο οποίος ήταν χωροφύλακας και πέθανε στο διάστημα του μεσοπολέμου από φυματίωση στα Καλύβια
4.Τον Κώστα (Μυλωνάς ή Μπατάλιας) (1907-1999) που παντρεύτηκε την Ελένη Παπαναστασίου (1893-1977)
5.Το Γιάννη που παντρεύτηκε τη Σταυρούλα Βαή από τους Βούνους κόρη του Παπά-βαή
6.Τη Ρίνα που παντρεύτηκε το Δημήτρη Γιαλό και έμειναν στα Οινόφυτα
7.Το Δημήτριο (1914¬2003) που παντρεύτηκε την Καλομοίρα Παπαναστασίου (1912-2001)
2) Ο Βασίλης έκανε δυο γάμους. Από τον πρώτο γάμο έκανε την Παναγιού και τον Κώστα. Δεύτερος γάμος με την Παναγιού έκαναν την Παρασκευή που παντρεύτηκε τον Ηρακλή Παλαιολόγο, το Θανάση (Φούρναρης).
α) Η Παναγιού παντρεύτηκε το Μιχάλη και έκαναν δυο παιδιά.
β) Ο Κώστας (1910-1987) παντρεύτηκε την Μαριάνθη Κουκουρίνη (1920-2000) από τη Γλώσσα Σκοπέλου.
β.α)Έκαναν το Βασίλη το 1945 που παντρεύτηκε την Κατερίνα Τσιβίκα από το Μαντούδι και έμειναν Αθήνα. Παιδιά τους ο Κώστας και η Μαριάνθη.
β.β) Το Δημήτρη το 1948 που παντρεύτηκε τη Μαρκέλα Ψυχούλα από το Ακραίφνιο. Ονομάτισαν και αυτοί τα παιδιά τους Κώστα κα Μαριάνθη και μένουν στον Καράμπαμπα.
β.γ) Το Σταμάτη το 1952 που παντρεύτηκε την Αφροδίτη Κυριάκου και έκαναν δυο κόρες την Μαριάνθη και την Κωνσταντίνα.
3) Ο Σταύρος έκανε την Παρασκευή, τον Τάσο, το Γιώργο, το Θανάση
4) Η Κατίνα κι ο Παρέας έκαναν τον Αντώνη, το Βασίλη, τη Λένη, την Παρασκευή, τον Κώστα που πήγε στη Λούτσα (Κουτσαμπέκης) και την Τούλα, που παντρεύτηκε το Θανάση Ντούρμα (Καραμπελιάς)
5) Η Ελένη και ο Μήτρος Γάτος έκαναν το Θοδωρή, τον Κώστα, την Πούλα.



*Βοηθήστε μας να συμπληρώσουμε ή και να επεκτείνουμε το γενεαλογικό σας δένδρο.


Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Το πάθημα του χασάπη


Ο Γιώργος Ντεγιάννης αναφέρεται σε φωτιά όπου όλο το χωριό έτρεχε να βοηθήσει στο σβήσιμο της εκτός από μια εξαίρεση:
Ο χασάπης λαχταράει πότε να φτάσει η φωτιά να φάει το δάσος
Ξεχώριος από όλους είναι ο χασάπης. Κρυφογελάει μέσα του Θέλει, λαχταράει πότε να φτάσει η φωτιά, να φάει το δάσος! Να γίνει ο λόγγος κάψαλο, να χωθεί στο χορτάρι, να πετάξει για κλαρί, για να βοσκήσουνε, να παχύνουνε τα σφαχτά του. Χρήματα θέλει αυτός. Για το χωριό δεν τόνε μέλλει! Ας χαλάσει, να πηγαίνει και σφάζει αλλού.
Αυτά σκέφτεται!
Αλλά δεν τόνε ρωτάς, τολμάει να το πει σε κανέναν; Με τις πέτρες θα τόνε θάψουνε, να πάει πρώτος αυτός κι ύστερα το δάσος.
Δεν κοτάει μάλιστα, ούτε να μείνει στο χωριό. Όχι από το Νόμο που τον υποχρεώνει να δώσει χέρι, για να σβήσει η πυρκαϊά, παρά από την οργή του λαού.
Για αυτό μόλις το μάθανε, κατά που είναι η φωτιά, κι είπανε ποιο δρόμο θα πάρουνε, για να τις βγούνε μπροστά ο χασάπης ξέκοψε πρώτος και μόνος του τον ανήφορο. «Εγώ πηγαίνω» είπε, «άμα ετοιμαστείτε, έρχεστε κι εσείς από κοντά!»
Αλλά μόλις ξεμάκρυνε ως χίλια μέτρα από το χωριό, ρίχνει ολόγυρα μια ματιά, κι αφού βεβαιώθηκε, πως κανείς δεν τόνε βλέπει, αφήνει το δρόμο, περνάει το ποτάμι και χώνεται σε μια πλατάνα κουφάλα, στην πέρα μεριά.
Χοντρός όμως όπως ήτανε, δε χωρούσε καλά και δεν κρύφτηκε όλος. Τα πόδια μείναν έξω και τα συμμάζεψε κατά το κορμί της πλατάνας. Φαινόταν η ούγια της φουστανέλας του.  
Έτσι, όταν ανηφόρισαν οι χωριανοί και τραβούσαν ίσια, ολότελα στην τύχη τόνε λόγιασε το μάτι του μπάρμπα-Κώστα του Καλιμπά. Και τόνε γνώρισε κιόλας στη στιγμή.
«Α, χασάπης!» «Α, χασάπης!»Ήθελε να πει: «Να ο χασάπης!» και γέλασε για το χάλι του.
Όλους τους έκαμε να γελάσουνε, χωρίς να έχουν όρεξη. Όπως η γριά Ιάμβη η υπηρέτρια του Κελεού, του βασιλέα της Ελευσίνας με τα χωρατά της, έκαμε για πρώτη φορά τη Δήμητρα να γελάσει. Η θεά τριγυρνούσε παντού, εννιά νύχτες νηστική και μεταμορφωμένη σε γριά γυναίκα. Κρατώντας αναμμένα δαδιά έψαχνε να βρει την Περσεφόνη της. Τότε τήνε φιλοξένησε ο Κελεός κι αυτή τη φορά ήτανε, που είπε τα αστεία η Ιάμβη.
Ο αστυνόμος έστειλε ένα χωροφύλακα και τον έφερε το χασάπη με τη βία. Ακολουθούσε με κρεμασμένα μούτρα, σα μουτζουρωμένος.


Παλιές λέξεις της Στενής-Σ


Σαβάνωμα:. Το περιτύλιγμα του νεκρού με σάβανο. Το σάβανο είναι ένα άσπρο πανί, που του ανοίγουν μία τρύπα για να περνάει το κεφάλι, κανονίζοντας, ώστε το μπροστινό μέρος να είναι πιο μεγάλο από το πισινό. Αφού σαβανωθεί ο νεκρός, μετά τον ντύνουν με τα ρούχα του.

Σαϊάζομαι:. Όταν φοράω χοντρά ρούχα, για να αποφύγω το κρύο.

Σαΐτα:. Εργαλείο υφαντικό, με το οποίο περνούν το υφάδι, μέσα από τις κλωστές του στημονιού. Επίσης σαΐτα λέμε και το ξύλο εκείνο, με το οποίο απλώνουμε σε φύλλο το ζυμάρι «ανοίγουμε φύλλο», για να φτιάξουμε πίτα, χυλοπίτες, φτιαχτά μακαρόνια κ.α.

Σακαή:. Κυριολεκτικά, σακαή, είναι μια νόσος ζώου, (κυρίως γαϊδουριού), που βγάζει από τα ρουθούνια του πυώδες υγρό. Μεταφορικά όμως, σακαή λέμε και τα οκνά, βραδυκίνητα, τεμπέλικα, νωθρά, δύστροπα και ανυπάκουα ζώα (μιλάμε πάντα κυρίως για μουλάρια και γαϊδουριά), που για να περπατήσουν πιο γρήγορα ή να σταθούν για να φορτωθούν, πρέπει να σε κουράσουν πολύ. Σακαή λέμε και τον άνθρωπο το δύστροπο, το γκρινιάρη, αλλά και αυτόν που έχει σωματικά «κουσούρια». Αν βέβαια αυτός είναι και εκδικητικός και προσπαθεί να βλάψει τους άλλους, ε τότε είναι «κακιά σακαή».

Σαλαγάω:. Οδηγώ τα ζώα με δυνατές φωνές στη βοσκή και μεταφορικά θορυβώ, κραυγάζω.

Σαλβέρι:. Υφασμάτινη λουρίδα, η οποία κάλυπτε τα μαλλιά, λίγο πάνω από τη χωρίστρα Φοριόταν πρώτο στο κεφάλι. Αργότερα χρησιμοποίησαν και τα μαντήλια τα οποία ήταν αγοραστά.

Σάλπα:. Μετάξινο, στενόμακρο κάλυμμα κεφαλής. Ήταν πανάκριβο, γι αυτό και το φόραγαν πολύ λίγες.

Σαμαροσκούτι:. Χοντρό μάλλινο ή δερμάτινο ή λινό ύφασμα, που στρώνεται στη ράχη του ζώου, κάτω από το σαμάρι.

Σάματι–σάματις:. Σαν να, τάχατες, μήπως, δήθεν, λες και. (Σάματις με ρώτησες;).

Σανίδι:. Το ξύλινο ράφι, ψηλά στον τοίχο, που βάζανε τα «χαλκώματα», τζετζερέδια, ταψιά κλπ., αλλά και φαγητά ή γλυκά, ιδίως αυτά που δεν έπρεπε να τα φτάνουν τα μικρά παιδιά.

Σαπίτης:. Λαϊκή ονομασία ενός φιδιού. Επίσης σαπίτη λέγαμε ειρωνικά και τον πάρα πολύ μεγάλης ηλικίας γέροντα και σαπίτα τη γριά.

Σαποκώλιασμα:. Ασθένεια των φυτών, κατά την οποία σαπίζει η ρίζα τους (συψορριζία). Και ειρωνικά, σαποκώλη ή σαπιοκώλη, λέμε αυτόν που δεν εργάζεται και περνάει τις ώρες του καθιστός. (Άντε κάνε καμιά δουλειά, θα σαπίσ΄ ο κώλος σου απ΄ το καθισιό).

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

Τσιριμώκος Δημήτριος (Μανταβέλης)


Ο Μήτρος Τσιριμώκος που ήρθε από την περιοχή της Λαμίας, εγκαταστάθηκε στη Στενή.
Ο Δημήτριος Τσιριμώκος
(Μανταβέλης)
Είναι γνωστός με το παρατσούκλι Μανταβέλης και έζησε πολλά χρόνια.
Ένας εγγονός του ο Σταύρος Γαλάνης μας είπε 110 χρόνια και μια εγγονή του η Τασούλα σύζυγος Σταμάτη. Ντουμάνη 100 με 110 και πέθανε στις 20-1-1945. Ο Μανταβέλης παντρεύτηκε δυο φορές.
Η σύζυγός του, Σοφία (πέθανε πριν το 1900) καταγόταν από το γένος Δήμου της Σέτας.
Παιδιά του Μανταβέλη και της συζύγου του Σοφίας ήταν:
1.Ο Αντώνης που μάλλον δεν είχε παντρευτεί.
2.Ο Κώστας (+1953,ετών 70 με 75).Γεννήθηκε στη Στενή, αλλά εγκαταστάθηκε στην Ερέτρια.
Η σύζυγός του ,Σοφία,(+1918,πέθανε από γρίπη) καταγόταν από το γένος Γιαννούκου από τη Στενή. Παιδιά τους:
α) Η Παρασκευή. Παντρεύτηκε ,στην Ερέτρια, τον Τάσο Λόλο, που πέθανε στην κατοχή. Τα παιδιά τους Νίκος, Κώστας, Δημητρού, Σοφία και Γεωργία.
β) Ο Σπύρος. Γεννήθηκε και διαμένει στην Ερέτρια. Η σύζυγός του Γιαννούλα, κατάγεται από τη Σέτα, κόρη του Μήτσου Δημητρίου.
Παιδιά τους, ο Κώστας και ο Χρήστος.
γ)Η Ελένη που είναι παντρεμένη στην Ερέτρια με τον Στάθη Μπιλάλη.
Τα παιδιά τους είναι ο Γιώργος ,ο Χαράλαμπος, η Βαγγελιώ και η Σοφία.
Κώστας Τσιριμώκος.
Γεννήθηκε στη Στενή
και εγκαταστάθηκε στην Ερέτρια.
3. Άλλο παιδί του Μανταβέλη ήταν ο Γιώργος ο οποίος έκανε τρείς γάμους: Η πρώτη σύζυγός του ήταν από το Βαθύ Αυλίδας, όπου εγκαταστάθηκε και ο ίδιος. Από τον γάμο αυτόν άφησε ένα γιο, το Νίκο, που πέθανε τέλη δεκαετίας του 1970. Ο Νίκος άφησε τρία παιδιά: το Γιώργο, τη Σταυρούλα και μια άλλη κόρη που ίσως την λένε Παναγιού.
Η δεύτερη σύζυγός του, Σταυρούλα, ήταν από τον Πισσώνα, όπου και εγκαταστάθηκε (μετά το Βαθύ). Παιδιά από τούτο τον γάμο είναι:
α) Ο Κώστας που παντρεύτηκε την Κατερίνα από τους Καθενούς .Παιδιά τους ο Γιώργος, ο Λάμπρος, και η Σταυρούλα.
β)Η Παναγιού ,που είχε παντρευτεί στον Πισσώνα το Χρήστο Τζαφέρο.
γ) Η Βαγγελιώ που είχε παντρευτεί στο Βασιλικό, το Σπύρο Μηλιώνη.

Η Τρίτη σύζυγός του, η Παναγιού, καταγόταν από το χωριό του, τη Στενή. Και με τον τρίτο του γάμο εξακολουθούσε να μένει στον Πισσώνα. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ένα παιδί ο Χρήστος ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα και ήταν εμποροράφτης. Η σύζυγός του Ναρία καταγόταν από την Μαλεσίνα και ήταν το γένος Μπονότα.
Παιδιά τους ο Γιώργος, ο Μαρίνος και ο Παναγιώτης.
4. Τέταρτο παιδί του Μανταβέλη η Μαρία που είχε παντρευτεί στη Στενή το Μήτρο Γερακίνη.

5.Η Καλιόπη που παντρεύτηκε στον Πάλιουρα.

6. Η Φώτω που παντρεύτηκε στη Στενή τον Πνευματικό.

Από αριστερά  Η Κατερίνα (Ρίνα) Τσιριμώκου,  
που παντρεύτηκε τον Κώστα Γαλάνη 
(την αποκαλούσαν και  Μπελιούρα).
Στο κέντρο η Αναστασία (Τασούλα)  Τσιριμώκου, 
που παντρεύτηκε το Σταμάτη Ντουμάνη 
και η Μένια Μαστρογιάννη (του Λαδά).
* Η δεύτερη σύζυγος του Μήτρου Τσιριμώκου (Μανταβέλη) λεγόταν Μηλιά.(μάλλον Μιλιά από το Αιμιλία) και ήταν από τους Καραγκαίους της Στενής. Παιδιά τους ήταν:
1. Ο Χρήστος που εγκαταστάθηκε στο Βαθύ. Από την πρώτη του σύζυγο τη Βασίλω άφησε δυο παιδιά. Το Γιώργο και τη Βαγγελιώ. Από την δεύτερη σύζυγό του την Βαγγελιώ άφησε δυο κόρες τη Γιούλα και τη Βασίλω.
2. Ο Γιάννης σκοτώθηκε το 1922 στη Μικρά Ασία. Είχε πάρει την κόρη του Στενιώτη Τάσου Μαστρογιάννη, Μαρία. Κόρη τους η Τασούλα που είχε παντρευτεί στη Στενή το Σταμάτη Ντουμάνη.
3. Ο Βασίλης που κι αυτός χάθηκε στη Μικρά Ασία. Δεν είχε παντρευτεί.
4. Η Σοφία, που είχε πάρει στη Στενή, το Ρήγα Μακρή και εγκαταστάθηκαν στο Βαθύ. Παιδιά τους: Σωτήρης, Δημητρού, Βαγγελιώ, Ελένη και Ρωξάνη.
5.Η Ρίνα που παντρεύτηκε στη Στενή τον Κώστα Γαλάνη .Παιδιά τους ο Σταύρος, ο Βαγγέλης, ο Βασίλης και ο Απόστολος.


Γ/ρ. Α. Μαγκούτας. Εφημερίδα Σήμαντρο. Περίοδος Β χρόνος Ζ. Αριθμός φύλου 20 και  Περίοδος Β χρόνος Ζ. Αριθ. φύλλου 21.






Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...