Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Κτίστες στη Στενή (Πετράδες)

Για να κτιστεί ένα σπίτι, χρειαζόντουσαν πέντε βασικά υλικά: Πέτρες, ξύλα, ασβέστη, άμμος και κεραμίδια.
Τις πέτρες τις έπαιρναν από τα νταμάρια, τα ξύλα από τους υλοτόμους, τον ασβέστη από τα ασβεστοκάμινα, την άμμο από το ποτάμι. και τα κεραμίδια από τα κεραμιδαριά.
Ο Μαστρογιάννης Αθανάσιος, (Λαδάς)
με τη σύζυγό του Δέσποινα
και στη μέση το γιο του Αναστάσιο,
που απεβίωσε σε ηλικία 17 χρονών 
το 1943.
Ο Μαστρογιάννης Αθανάσιος, 
γεννήθηκε το 1891.
Ήταν κτίστης πέτρας.
Για τις πέτρες, ένα νταμάρι ήταν στη θέση Ντάμη, από όπου μπορούσε όποιος ήθελε να προμηθευτεί και άλλο ένα, μεταπολεμικά, μεταξύ πάνω και κάτω Στενής στη θέση Χότζα, που το δούλευε ο Απόστολος Γιαλός. Το κτήμα στο οποίο γινόταν η εξόρυξη της πέτρας, ήταν ιδιοκτησία του Γεωργίου Σπυριδάκη.
Τα ξύλα τα παράγγελλαν στους υλοτόμους
Την ασβέστη από τα ασβεστοκάμινα τα οποία ήταν αρκετά. Ένα μάλιστα είχαν φτιάξει μετά τον πόλεμο οι πυρόπληκτοι, που είχαν καεί τα σπίτια τους κατά τη διάρκεια του πολέμου αλλά και του εμφυλίου.
Ασβεστοκάμινα υπήρχαν στις θέσεις «Καρατλάκα», «Ανήλιος» και «Κουρίτος». Αυτό το τελευταίο το δούλευαν, ο Αναστάσιος Σουλτάνης (Μνίλας) και ο Μιχάλης Καρλέτσος.
Την άμμο, όπως είπαμε την έπαιρναν από το ποτάμι.
Τα κεραμίδια κατασκευάζονταν σε ειδικά καμίνια.
Από τα παλιά χρόνια στην περιοχή «Κληματαριές», κοντά στο ποτάμι, υπήρχε κεραμιδάδικο. Σήμερα δεν λειτουργεί, αλλά την περιοχή την ονομάζουν «Κεραμιδαριά».(στα κιραμδαριά).
Ένα άλλο καμίνι υπήρχε κατά μήκος του δρόμου προς τα αλώνια, στην Κάτω Στενή, το οποίο έφτιαχνε και κανάτια, στάμνες, πιθάρια κ.α. και ήταν του Βλάχου Γεωργίου (Ζορμπαλή) και των παιδιών του.
Περί το 1950, λειτούργησε κεραμιδάδικο για λίγα χρόνια και ο Κώστας Μαστρογιάννης.
Ο Μαστρογιάννης Κωνσταντίνος 
του Ιωάννη (Κωντής). 
Ήταν κτίστης πέτρας.
Τις πέτρες τις κουβαλούσαν στην οικοδομή με μουλάρια και γαϊδούρια. Τοποθετούσαν δύο σανίδες στις δύο πλευρές του σαμαριού, στις οποίες έβαζαν τις πέτρες. Καταλαβαίνουμε ότι χρειαζόντουσαν πολλές «στράτες» για να κουβαληθούν οι πέτρες. Από εκεί και έπειτα ο κτίστης έπαιρνε την πέτρα και με το σφυρί της έδινε την κατάλληλη μορφή.
Τα ξύλα που έφερναν οι υλοτόμοι, ήταν μεγάλα δοκάρια διαφόρων μεγεθών. Μερικά από αυτά τα έβαζαν στους τοίχους για στερέωση (κάτι σαν τα σημερινά σενάζ) κι άλλα τα έβαζαν πάνω και πλάι από πόρτες και παράθυρα, κάτι σαν τις σημερινές κάσες των κουφωμάτων αλλά επί πλέον τα ξύλα αυτά λειτουργούσαν και σαν σενάζ (παράστωμα).
Τον ασβέστη τον έπαιρναν από τους λάκκους, Στους λάκκους έριχναν την ασβέστη οι ασβεστοκαμινάδες, έριχναν από πάνω νερό και το άφηναν μέρες και μήνες μέχρι ο ασβέστης να κατασβηστεί, να γίνει δηλαδή αλοιφή. Την μετάφεραν στην οικοδομή με τα ζώα, μέσα σε ξύλινα κασόνια, ενώ τα μετέπειτα χρόνια χρησιμοποιούσαν τενεκέδες. Στην οικοδομή, τον ασβέστη τον περνούσαν από την κοσκίνα, για να κρατήσει πιθανόν σκληρά κομμάτια που δεν είχαν διαλυθεί (χουρμπούλια). 
Μυστρί
Η κοσκίνα ήταν ένα τετράγωνο ξύλινο τελάρο με τέσσερις λαβές, που ανάμεσα είχε εφαρμοστεί μια ψιλή σήτα. Δύο εργάτες, κρατώντας από δύο λαβές, ο ένας απέναντι στον άλλον, την κουνούσαν και έπεφτε η ασβέστη καθαρισμένη από χουρμπούλια.
Την άμμο την έφερναν από το ποτάμι με τα ζώα, μέσα σε ξύλινα κασόνια, ύψους περίπου ένα μέτρο, στενή από κάτω και όσο ανέβαινε άνοιγε ελάχιστα. Όταν έφταναν στην οικοδομή, άνοιγαν τα κασόνια από κάτω και η άμμος χυνόταν.
Ύστερα την πέρναγαν από τη σήτα. Η «σήτα» ήταν ένα ξύλινο τελάρο με εφαρμοσμένη σήτα, το οποίο το τοποθετούσαν όρθιο και λίγο πλαγιαστά, αφού του
Φτυάρι
είχαν βάλει υποστυλώματα και με το φτυάρι έριχναν απάνω την άμμο. Έτσι η καθαρή άμμος περνούσε και οι διάφορες μικρές πέτρες, ξυλάκια, φύλλα και ότι άλλο υπήρχε μέσα στην άμμο έμεναν απ΄έξω.
Αυτή η άμμος ήταν για κτίσιμο. Αν ήθελαν να σοβατίσουν, την ξαναπερνούσαν από την κοσκίνα που είχε πιο ψιλή σήτα.
Το μείγμα της λάσπης ήταν ασβέστη, άμμος και νερό, που τα ανακάτευε με την τσάπα και με το φτυάρι ο εργάτης, «λασπιάς» και με τον τενεκέ τη μετέφερε εκεί που έκτιζε ο «μάστορας».
Νωρίτερα ακόμα, πριν να γίνει η χρήση του ασβέστη, η λάσπη φτιαχνόταν με χώμα, βάζοντας μέσα άχυρο ή τραγόμαλο, ή οτιδήποτε θα μπορούσε να τη σφίξει περισσότερο
Τσάπα
Ο μάστορας με το μυστρί και ένα σφυρί για να λειαίνει τις πέτρες, ανεβασμένος στην σκαλωσιά, έκτιζε.
Μεγάλη προσοχή έδινε στη λείανση των αγκωναριών, που θα έμπαιναν στις γωνίες του σπιτιού, αλλά και στις πέτρες που θα φαίνονταν (θα ήταν πρόσωπο, από μέσα ή απ΄έξω). Ανάμεσα έβαζαν ακανόνιστες πέτρες και μικρά χαλίκια, όταν χρειαζότανε να κλείσουν τα κενά. Να θυμίσουμε ότι οι τοίχοι είχαν πάνω από εξήντα πόντους πάχος.
Για το σοβάτισμα, όταν γινόταν, χρησιμοποιούσαν το μυστρί και το φραγκόφτυαρο, το οποίο ήταν ένα ορθογώνιο σανίδι με βάση από κάτω, που έβαζε ο μάστορας τη λάσπη και όταν τελείωνε ξαναέβαζε λάσπη από τον κουβά. Με το μικρό φραγκόφτυαρο που είχε πιο γυαλιστερή επιφάνεια, λείαιναν το σοφά.
Και τέλος έμενε η σκεπή. Αφού είχαν υπολογίσει τις διαστάσεις, είχαν παραγγείλει στους υλοτόμους, τα πέταβρα, τις στρώσεις, τα ψαλίδια τους παπάδες, τα σανίδια και τα πατερά.
Εδώ πρέπει να πούμε, ότι τα σανίδια και τα πέταβρα ήταν συνήθως από έλατο, ενώ οι στρώσεις, πατερά, ψαλίδια, από καστανιά.
Τα πατερά ήταν μεγάλα χοντρά δοκάρια που τα τοποθετούσαν, όταν έφταναν στο ύψος του ισογείου, στα οποία επάνω, θα καρφωνόταν το πάτωμα.
Οι στρώσεις, ήταν παρόμοια δοκάρια, έμπαιναν ψηλά και εκεί θα καρφωνόταν το ταβάνι.
Τα ψαλίδια, ξεκινούσαν από τους τοίχους και δημιουργούσαν την οροφή, ενώ οι «παπάδες» ήταν μικρότερα δοκάρια, που ξεκίναγαν από την «στρώση» και έφταναν εκεί που ενώνονταν τα δύο ψαλίδια.
Τα σπίτια που κτίζονταν ήταν απλά. Τέσσερις τοίχοι. Στο βοριά τα παράθυρα ήταν μικρά, ενώ το χαγιάτι και η εξωτερική σκάλα που οδηγούσε στην αυλή, ήταν στο νοτιά. Ελάχιστα σπίτια είχαν και διαχωριστικό τοίχο.
Ο Μαστρογιάννης Γεώργιος 
του Αθανασίου (Λαδάς).
Ήταν ο τελευταίος κτίστης πέτρας.
Όταν αργότερα έβαζαν το πάτωμα και το ταβάνι, χώριζαν τα δωμάτια με "τσατί». Το ισόγειο το χώρισαν στα δύο με τσατί ή σκέτες σανίδες. Στο ένα μέρος ήταν η αποθήκη για τα γεννήματα και στο άλλο ο μπλέχτης και τα ζώα.
Το τσατί. ήταν διαχωριστικό δωματίων. Κάρφωναν δοκάρια, μεταξύ του πατερού και της στρώσης και στη συνέχεια πάνω στα δοκάρια κάρφωναν πηχάκια και από τις δύο μεριές του δοκαριού, βάζοντας ανάμεσα λάσπη ανακατεμένη με αστοφιές, άχυρο και τραγόμαλο. Απέξω το σοβάτιζαν και έμοιαζε σαν κανονικός τοίχος.

Τα Εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν: Μυστρί, τσάπα, φτυάρι, τσουγκράνα, νήμα της στάθμης, μέτρο, αλφάδι, φραγκόφτυαρο, σήτα, κοσκίνα, κασόνια κ.α.
Κάποιοι από τους κτίστες πέτρας που μπορέσαμε να μάθουμε ήταν:
Μαστρογιάννης Αλέκος, Μαστρογιάννης Θανάσης (Λαδάς),
Μαστρογιάννης Θανάσης (Ριζάς), Μαστρογιάννης Κώστας (Κωντής),
Μαστρογιάννης Νίκος, Μαστρογιάννης Τάσος (Μάλιος),
Μαστρογιάννης Δημήτριος (Στραβομύτης), Κατσανάς Ζήσης
Μαστρογιάννης Θανάσης (Καρτάλης), Θάνος Παναγιώτης (Τζούρος),
Μαστρογιάννης Γεώργιος (Φούτρας), Βασιλείου Κώστας (Ντίκας)
Βασιλείου Χαράλαμπος, Κυράνας Νίκος (Τόμπλας), Κυράνας Θανάσης.
Στην Κάτω Στενή:
Κορώνης Αθανάσιος (Λιπιδίτσας), Μαστρογιάννης  Κώστας (Τζώρτζης),
Μαστρογιάννης. Νίκος, Μαστρογιάννης Παναγιώτης,
Σιμιτζής Πέτρος (παπάς), Σιμιτζής Αθανάσιος (Νάσκας),
Σίγουρα ήταν κι άλλοι, που δεν μπορέσαμε να μάθουμε.
-Βλέπουμε ότι υπήρχαν πολλοί Μαστρογιάννηδες κτίστες πέτρας.
Οι Μαστρογιάννηδες είχαν έρθει από την ήπειρο και ήταν πετράδες. Διατήρησαν αυτή την παράδοση μέχρι και την προηγούμενη γενιά.
Τελευταίος πετράς, ήταν ο Γιώργος Μαστρογιάννης (Λαδάς).

Γιάννης Γιαννούκος






Παροιμίες Τ


•Τα βρήκε μπαστούνια.
•Τα δικά μου, δικά μου και τα δικά σου μισιακά.
•Τα ευκόλως εννοούμενα, παραλείπονται.
•Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.
•Τα καρύδια τα καλά, λίγα είναι κι ακριβά.
•Τα κουμπιά της Αλέξαινας.
•Τα μεγάλα καράβια έχουν και μεγάλες φουρτούνες.
•Τα μεταξωτά βρακιά, θέλουν κι επιδέξιους κώλους.
•Τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια.
•Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.
•Τα παθήματα γίνονται μαθήματα.
•Τα πάνε, μέλι γάλα.
•Τα παράπονά σου στο δήμαρχο.
•Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.
•Τα πολλά τα «Κύριε ελέησον» τα βαριέται κι ο παπάς.
•Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, αλλά ο παπάς τα ράσα.
•Τα στερνά τιμούν τα πρώτα.
•Τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη.
•Τα φόρτωσε στον κόκορα.
•Τάζει λαγούς με πετραχήλια.
•Τέλος καλό, όλα καλά.
•Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.
•Την τρίχα την έκανε τριχιά.
•Της γάτας η δρομή (τρέξιμο), μέχρι τον αχυρώνα.
•Της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελάει.
•Τι είν΄ ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του.
•Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα.
•Τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;
•Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;
•Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.
•Το άδικο δεν ευλογιέται.
•Το αίμα νερό δεν γίνεται.
•Το βραδινό θυμό σου, κράτα τον για το πρωί
•Το γινάτι βγάζει μάτι.
•Το γοργό και χάρη έχει.
•Το γουδί το γουδοχέρι και τον κόπανο στο χέρι.
•Το γύφτο κάναν βασιλιά κι αυτός ζητούσε αμόνι.
•Το δέντρο γνωρίζεται από τον καρπό του.
•Το δέντρο που έχει τον καρπό, πετροβολιέται.
•Το δώρο δε δωρίζεται.
•Το δώρο θέλει αντίδωρο.
•Το ένα του βρωμά και τ΄ άλλο του μυρίζει.
•Το έξυπνο πουλί, από τη μύτη πιάνεται.
•Το καλό πράγμα αργεί να γίνει.
•Το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
•Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.
•Το μήλο, κάτω απ΄ τη μηλιά θα πέσει.
•Το μισιακό γαϊδούρι, τα σκυλιά το τρώνε.
•Το μοναστήρι ναν΄ καλά κι οι καλόγεροι δεν χάθηκαν.
•Το μυαλό σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.
•Το μυστικό που το ξέρουν πάνω από δύο, δεν είναι πια μυστικό.
•Το ΄να κακό φέρνει τ΄ άλλο.
•Το ΄να χέρι νίβει τ΄ άλλο και τα δυο το πρόσωπο.
•Το ξύλο βγήκε απ΄ τον παράδεισο.
•Το πάθημα έγινε μάθημα.
•Το πεπρωμένο, φυγείν αδύνατο.
•Το περίσσιο, χαλάει το ίσιο.
•Το πολύ ταμάχι, χαλάει το στομάχι.
•Το πρόβατο όταν το τρώει η ράχη του, στην αγκλίτσα του τσοπάνη ξύνεται.
•Το πρόβατο που ξεκόβει απ΄ το μαντρί το τρώει ο λύκος.
•Το σόι πάει βασίλειο.
•Το φτηνό κρέας τα σκυλιά το τρώνε.
•Το φυσά και δεν κρυώνει.
•Το ψάρι απ΄ το κεφάλι βρωμάει.
•Το ψάρι θέλει υπομονή και το κυνήγι πείσμα.
•Τον αποφεύγει, σαν το διάολο το λιβάνι.
•Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς.
•Τον έβαλαν να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
•Τον έτρωγε με τα μάτια.
•Τον έχουν στη μπούκα του κανονιού.
•Τον έχουνε, μη στάξει και μη βρέξει.
•Τον κακό τον άνθρωπο, τον έχει ο Θεός σημαδεμένο.
•Τον πνίγει το δίκιο του.
•Του βάλανε τα δυο πόδια σ΄ ένα παπούτσι.
•Του γουρουνιού τη μύτη κι αν την κόψεις, πάλι γκούι γκούι θα κάνει.
•Του έριξε στάχτη στα μάτια.
•Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.
•Του ζευγολάτη η προκοπή στ΄ αλώνι φαίνεται.
•Του ΄κανε τα μούτρα κρέας.
•Του κόστισε ο κούκος αηδόνι.
•Του κυνηγού ο τέντζερης και του ψαρά το πιάτο .εφτά φορές είν΄ αδειανό και μια φορά γεμάτο.
•Του φταίνε και τα ρούχα του.
•Του χάριζαν γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια.
•Τραβάτε με κι ας κλαίω.
•Τράβηξα του Χριστού τα Πάθη.
•Τρεις κι ο κούκος.
•Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο.
•Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει.
•Τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα.
•Τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
•Τρώει με δυο μασέλες.
•Τσ΄ Αγιά Μαρίνας σύκο και τ΄Αι Ηλιά σταφύλι.
•Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.
•Τώρα που βρήκαμε παπά, ας θάψουμε καμιά δεκαριά.
•Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι, χαθήκαν τα κουτάλια.
•Τώρα σε βρήκα, τώρα στάσου.
•Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.


Ο Δεκατρής

Ήταν ένας πατέρας, λέει, και μια μάνα, κι είχανε κάνει δώδεκα παιδιά. Δώδεκα είχαν κάνει, υπάρχουνε και τώρα που κάνουνε. Και το τελευταίο που κάνανε δεν είχανε
όνομα να το βγάλουνε και το βγάλανε Δεκατρή. Το όνομά του ήταν Δεκατρής.
Ύστερα, λέει, αυτό, ήταν πολύ έξυπνο το παιδί. Ας πούμε, έκανε τα πάντα, τις δουλειές, όλα, όλα, όλα. Πόσες κατεργαριές είχε κάνει, λέει! Ύστερα, λέει, πήγαινε στο δράκο, ήταν ένας δράκος, λέει, και πήγαινε να τονε κλέψει το δράκο κι ο δράκος είχε ένα άλογο με άμαξα. Το άλογο ήταν από κάτω. Πήγαινε λέει να του το πάρει ο Δεκατρής. Το άλογο φώναζε «αφεντικό με παίρνουνε, αφεντικό με παίρνουνε». Αυτός ήταν μικρός και κρυβόταν μέσα στο άχερο. Κατέβηκε, ξανακατέβηκε ο δράκος, δεν τον έβλεπε. Το περιλαβαίνει το άλογο στο ξύλο γιατί φώναζε, «αφεντικό, με παίρνουνε». Ύστερα το άλογο δεν ξαναφώναξε. Το παίρνει ύστερα αυτός ο Δεκατρής και το πάει στον πατέρα του.
Το πήγε στον πατέρα του, λέει, το άλογο. Ύστερα στο τέλος-τέλος, ο δράκος τον είχε φοβηθεί το Δεκατρή γιατί έκανε πολλά πράγματα και τον είχε για μεγάλο. Λέει αυτός μπορεί να μας φέρει και τον δράκο ζωντανόνε εδώ.
Παίρνει μια μέρα ο Δεκατρής τη χρυσή άμαξα που είχε ο δράκος. Πάει εκεί, λέει, και παίρνει ένα κασόνι μεγάλο. Και πάει εκεί στο δράκο και παίρνει ένα σκεπάρνι. Λέει στο δράκο, «κοίτα», λέει, «κοίτα θα έρθει ο Δεκατρής. Να σε βάλω μέσα στο κασόνι εσένα, κι ύστερα, την ώρα που θα έρθει ο Δεκατρής, να δώσεις μια σπρωξιά και να σηκωθείς να τονε φας το Δεκατρή γιατί είναι πολύ πονηρός», λέει.
Πήγε λέει, βάζει τον δράκο μέσα, αρχίζει, λέει, και τον κάρφωνε ο Δεκατρής τον δράκο. Λέει (ο δράκος), «ρε κιαρατά, γιατί με καρφώνεις;». «Εγώ είμαι ο Δεκατρής» λέει. Τον βγάζει όξω (το δράκο), τον βάζει στη χρυσή άμαξα και τον πήγε εκεί που είχαν πει.

Διήγηση: Μαρία Ντούρμα-Μητάκη  

➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖
Ο Δεκατρής – Ο Έξυπνος Ήρωας

Το παραμύθι αυτό αποτελεί ένα απόσπασμα από όλα τα κατορθώματα του θρυλικού Δεκατρή.
Ο Δεκατρής λεγόταν είτε ως ένα μεγάλο παραμύθι, είτε σε μικρές αυτόνομες συνέχειες, στις οποίες ο μικρούλης ήρωας καταφέρνει να ξεγελάσει κάποιον μεγάλο και δυνατό αντίπαλο. Οι ιστορίες του θυμίζουν τον Κοντορεβιθούλη και τον Παπουτσωμένο Γάτο. Ο κεντρικός ήρωας εδώ, δεν είναι γενναίος ή δυνατός. Αντίθετα είναι μικροκαμωμένος και ασήμαντος – τόσο ασήμαντος που δεν έχει καν ένα κανονικό όνομα. Το δυνατό του σημείο είναι η εξυπνάδα και η τόλμη. Προφανώς, σε μία κοινωνία στην οποία η δύναμη ήταν απαραίτητη για τις δουλειές, ένας μικρόσωμος άντρας ήταν πολύ εύκολο να βρεθεί στο περιθώριο. Επομένως, ο Δεκατρής ήταν η ηρωική μορφή που αποδείκνυε ότι υπάρχουν αρετές που μετράνε περισσότερο απ’ τη δύναμη. Μάλιστα, το μικρό του μέγεθος είναι σύμμαχος στις κατεργαριές, καθώς του επιτρέπει να τρυπώνει και να κρύβεται από την απειλητική, ανδροπρεπή φιγούρα του μεγαλόσωμου δράκου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δράκος δεν είναι η ιπτάμενη δεινοσαυροειδής φιγούρα που έχει επικρατήσει να θεωρείται σήμερα. Στην πραγματικότητα, όταν λέγονταν ακόμα για διασκέδαση αυτά τα παραμύθια στη Στενή, οι παραμυθάδες δεν ήξεραν καν γι’ αυτό το είδος δράκου. Ο δράκος εδώ είναι ένα είδος ανθρωπόμορφου γίγαντα, που μερικές φορές έχει μαγικές ικανότητες, βγάζει φωτιά απ’ το στόμα και είναι λάτρης του ανθρώπινου κρέατος.
Πολλές φορές σε παραμύθια, τον συναντάμε να απαγγέλει την αγαπημένη του φράση:
«Μμμμ! Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει!» Η υπόσταση του δράκου εδώ είναι πρωτόγονη, και εμπνέει ένα συναίσθημα αρχέγονου τρόμου, εφ’ όσον υπάρχει η υπόνοια κανιβαλισμού στο πρόσωπό του. Στα παραμύθια συνήθως δεν τον βλέπουμε εν δράσει. Όμως η ικανότητά του να μυρίζει το ανθρώπινο κρέας, καθιστά το δράκο ον του ζωικού βασιλείου και τοποθετεί τον άνθρωπο σε χαμηλότερα στάδια της τροφικής αλυσίδας. Και τα δύο μειώνουν την εξυψωμένη, ευφυή φύση του ανθρώπου.
Ο δράκος είναι το αρσενικό που χρησιμοποιεί τη δύναμή του ως μέσο τρομοκρατίας για τους πιο αδύναμους. Είναι λαίμαργος, άπληστος, απολίτιστος και αντιπροσωπεύει
τα ζωώδη ένστικτα. Είναι ενδιαφέρον ότι σε πολλές μυθολογίες, οι γίγαντες πρεσβεύουν τις πρωτόγονες δυνάμεις του χάους και της στειρότητας . Τη χειραγώγηση του ανθρώπου από τις δυνάμεις του χάους έρχεται να σταματήσει ο πολιτισμένος, τετραπέρατος Δεκατρής, που χρησιμοποιεί την ευφυΐα ενάντια στα πρωτόγονα ένστικτα και τα καταφέρνει πάντα να μας βγάζει ασπροπρόσωπους.

Γεωργία Καρδιόλακα

Ο άνθρωπος ενάντια στο δάσος

Η άμυνα της χλωρίδας άρχισε να κλονίζεται από τότε, που ο άνθρωπος ημέρεψε τα ζώα. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων και των χιλιετηρίδων, ο ανήσυχος νους του δεν μπορεί να σταματήσει στο καταχτημένο, να πει: «μου φτάνει αυτό που γνώρισα».
Τόνε καίει άσβηστη δίψα να μάθει νέο. Όπου κι αν φτάσει, πάντα θα τον ακούσεις να λέει: «Λίγο με διαφέρνει ο δρόμος που πέρασα, από δω κι εμπρός θέλω να ξέρω τι είναι». Έτσι η πρόοδο δε σταματάει ποτέ.
Έγινε κυνηγός. Είχε το κρέας θροφή, το δέρμα φορεσιά, τα κόκκαλα βελόνες να ράβει, πλάκες να ζωγραφίζει, τα έντερα ράμματα, κλωστές. Αλλά μόλις το κατάφερε αυτό, ο νους του αντιμετώπισε νέο πρόβλημα: Αν τα ημέρευα τα ζώα, δε θα ήμουν αναγκασμένος, να τα γυρεύω στα βουνά….»
Να τώρα το κοπάδι μπροστά, ξοπίσω ο τσοπάνης με το σκυλί. Τα ζώα δε γυρεύουνε πια τόπο να χαθούνε μόλις τον αντικρύζουν. Το αντίθετο, νιώθουνε, πως είναι ο προστάτης τους ενάντια στα αγρίμια. Τώρα στο κυνήγι πηγαίνει για να διασκεδάζει, η καθαυτό δουλειά του είναι η χτηνοτροφία.
Αυτή η αλλαγή στις σχέσεις του με τα ζώα έφερε μεταβολή στις σχέσεις του με τα φυτά. Δεν είναι πια ο ακάλεστος σύμμαχος της χλωρίδας. Πήγε θεληματικά με τους οχτρούς της.
Χαμηλώνει και σπάζει τους κλάδους των δέντρων, για να ταγίσει τις γίδες του και τις προβατίνες. Κι ύστερα από τον τρόπο αυτό σοφίζετε άλλονε χειρότερο: Να αφανίσει το δάσος για να βγάνει ο τόπος χορτάρι και κλαρί.
Το δάσος έπρεπε να υποχωρήσει, να δώσει τη θέση του στο βοσκότοπο, στο λιβάδι. Κι άμα κάηκε το πρώτο δέντρο κι άφησε πλούσια βοσκή, βρέθηκε κιόλας η νέα μέθοδο-η πυρκαϊά. Με αυτή άρχισε ο μισοπολιτισμένος άνθρωπος τον πόλεμο ενάντια στον παντοδύναμο γίγαντα-το δάσος-που σκέπαζε ως τότε το μεγαλύτερο μέρος της γης.
Με τους αιώνες και τις χιλιετηρίδες οι νομάδες αυτοί, σε κάθε τόπο μόνο για όσες ημέρες αρκούσε στο κοπάδι τους το χορτάρι εκεί γύρω, προχωρούσανε πιο πολύ στον πολιτισμό. Ανακαλύψανε τη δύναμη του ζώου, ζέψανε τον ταύρο και το άλογο και κατασταθήκανε σε ένα μέρος. Όταν αυτοί γίνανε γεωργικός λαός με μόνιμη κατοικία, τότε κι ο πόλεμος ενάντια στο δάσος δυνάμωσε πιο πολύ. Τους χρειαζόντανε χωράφια για να σπέρνουν, ξυλεία για κατοικίες, για…..
Έτσι οι πρώτοι συνοικισμοί γινήκανε τα κέντρα από όπου απολύθηκε και θέριευε με τον καιρό ο αφανισμός του δάσους.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΤΕΓΙΑΝΝΗ
ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΓΟΥΣ
1939

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Παροιμίες Ρ-Σ


Ρ
•Ράβε ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει.
•Ρόδα είναι και γυρίζει.
•Ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα.
•Ροδάνι πάει η γλώσσα της.

Σ
•Σ΄ όποιον ο Θεός δε δίνει παιδιά, δίνει ο διάβολος ανίψια.
•Σάββατο να  ΄ναι μάστορα κι ας είναι χίλιες ώρες.
•Σαν δεν κλάψει το παιδί, δεν το βυζαίνει η μάνα.
•Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ΄χει η πεθερά κι ο πεθερός.
•Σαν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα, χαράστονε το γεωργό που ΄χει πολλά σπαρμένα.
•Σαν πέσει κάτω το δέντρο, καθένας κόβει ξύλα.
•Σαν σ΄ αρέσει μπάρμπα Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο.
•Σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση.
•Σε τάβλα που δεν έστρωσες, το χέρι μην απλώνεις.
•Σηκώθηκαν τα ποδάρια να βαρέσουν το κεφάλι.
•Σήκωσε μπαϊράκι.
•Σήκωσε παντιέρα.
•Σιγά τον πολυέλαιο.
•Σκόρπισαν, σαν του λαγού τα τέκνα.
•Σκότωνε τρελούς, πλήρωνε τζερεμέδες.
•Σκύλος που γαβγίζει δε δαγκώνει.
•Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο μπορείς.
•Σπίτι μου σπιτάκι μου, σπιτοκαλυβάκι μου.
•Σπίτι που δεν έχει Γιάννη, προκοπή ποτέ δεν κάνει.
•Σταλαματιά σταλαματιά γεμίζει η στάμνα η πλατειά.
•Στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα.
•Στη βράση κολλάει το σίδερο.
•Στην αναβροχιά καλό είν και το χαλάζι.
•Στις εννιά του μακαρίτη άλλον έβαλε στο σπίτι.
•Στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει.
•Στο σπίτι του κρεμασμένου, δε μιλάνε για σκοινί.
•Στο τέλος θα σου πω, πόσα απίδια βάνει ο σάκος.
•Στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό.
•Στον ήλιο λάσπη δεν κολλά.
•Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει.
•Στον ουρανό σε γύρευα και στη γη σε βρήκα.
•Στραβός βελόνα γύρευε, μέσα στον αχεργιώνα.
•Στου κασίδη το κεφάλι, όλοι κάνουν τον κουρέα.
•Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.
•Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος.
•Συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια.
•Σφάζει με το μπαμπάκι.


Το Αηδόνι

Ήταν ένας βασιλιάς κι έχτισε μια εκκλησία. Τούτος είχε πολλά παιδιά – είχαν πολλά παιδιά τότε, ακόμα και τώρα μερικές κάνουν τόσα – κι ένα παιδί καταμικρό.
Τους λέει λοιπόν ο βασιλιάς. «Πηγαίντε εσείς», λέει, «ποιος θα φέρει το κατακαλό δώρο να κρεμάσω στην εκκλησία». Έφυγαν τα παιδιά και πήγαιναν να φέρουν δώρο του πατέρα τους. Αλλά ο ένας, ο καταμικρός, πήγαινε σε μια που ήταν μάγισσα, νεράιδα. «Τι θες να σου κάνω;» λέει αυτή. «Να μου δώσεις το κατά καλό δώρο να το πάω του βασιλιά». Του δίνει, αυτή, ένα αηδόνι που κελαηδούσε και σου ’κανε ό,τι ήθελες. Ας πούμε, του δινες μύδγαλο και του ’λεγες, κι αυτό κελαηδούσε και το έκανε χρυσή κορδελίτσα. Κι αυτό – γιατί να ήταν το κατακαλό δώρο, – δεν τον θέλαν τα αδέρφια του. Αυτό κελαηδούσε κι ότι έλεγε γινόταν, ενώ αυτοί δεν ήξεραν τι να του πάνε του βασιλιά.
Κι επειδής πήγαινε το πιο καλό, δεν τον θέλαν τα παιδιά, τον ζηλεύανε. Και τον πιάσανε, πήγαν σ’ ένα μέρος εκεί σ’ ένα πηγάδι και λέει, «να κατεβούμε να πιούμε νερό με τη σειρά». Κατεβαίνει ο ένας, τον βγάλανε. Κατεβαίνει ο άλλος, τον βγάλανε. Κατεβαίνει κι ο μικρός και πάει, τον αφήσανε εκεί. Και πήραν το δώρο και το πήγαν στο βασιλιά, στον πατέρα τους. Αλλά αυτό το πουλί που είχαν για να κελαηδάει δε μίλαγε καθόλου στους αλλουνούς.
Το παιδί από το πηγάδι φώναζε. Πήγε ένας τσοπάνος από πάνω και άκουσε το παιδί που φώναζε «βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια!». «Τι θες, βρε παιδί μου;» λέει ο τσοπάνος. Λέει, «βγάνε με από δω, με έχουν ρίξει τ’ αδέρφια μου». «Δε σε βγάζω», λέει ο βοσκός, «γιατί θα με φας».
Νόμιζε ότι ήταν τέρας μέσα στο πηγάδι. «Βγάνε με, δε θα σε φάω». Τον βγάζει ο τσοπάνος, του λέει, «τι θα μου δώσεις;». «Θα σου δώσω τα ρούχα τα βασιλικά κι εσύ να μου δώσεις τα κουρέλια». Πήρε λοιπόν τα ρούχα, ο βοσκός κι εκείνος έβαλε τα κουρέλια. Όταν πήγε εκεί στην εκκλησία που τα είχαν κρεμάσει όλα τα δώρα και τον είδε το πουλί, τ’ αηδόνι κελαηδούσε  «Κλι, κλι, κλι – κλι, κλι, κλι». Τ’ αδέρφια του θύμωσαν. «Πιάστε αυτόν τον παλιόγυφτο», λένε, «και πετάχτε τον έξω, που γι’ αυτόν κελαηδάει και για μας τίποτα. Τον πιάνουν, να τον πετάξουν έξω, αλλά τον γνώρισε ο πατέρας του και τον πήρε πίσω.

Διήγηση Μαρία Ντούρμα-Μητάκη
➖ーーーーーーーーーーーーーーーーーーーー

Αηδόνι – Το παραμύθι του ήρωα
Το πρώτο παραμύθι αυτής της συλλογής, Το Αηδόνι, αναφέρεται στην αποστολή του στερεότυπο «κατάκαλου» ήρωα, από την οποία εξαρτάται η μελλοντική του αποκατάσταση. Ο κύριος χαρακτήρας συνήθως έχει σπάνια χαρίσματα, τα οποία απαραίτητα λείπουν από τους ανταγωνιστές του. Από την αρχή της διήγησης γίνεται ξεκάθαρο ότι ο ήρωας υπερέχει, εφ’ όσον γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σ’ εκείνον: «είχε πολλά παιδιά κι ένα παιδί καταμικρό.»
Παρόμοιο μοτίβο σύστασης του ήρωα συναντάται και σε δημοτικά ποιήματα, όπως στο Μικρό Βλαχόπουλο: «Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος Και το μικρό Βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης…» Είναι φανερό ότι οι πληροφορίες που δίνονται για κάθε χαρακτήρα και στις δύο περιπτώσεις είναι ποσοτικά δυσανάλογες. Η μοναδικότητα του ήρωα δεν επισημαίνεται άμεσα, αλλά μέσα από τον περιττό χώρο που αφιερώνεται για να γνωστοποιηθεί η ύπαρξή του. Στην περίπτωση του δημοτικού, οι φιγούρες του Κωνσταντίνου και του Αλέξη χωρούν μαζί σε ένα στίχο, ενώ το μικρό Βλαχόπουλο απολαμβάνει την αποκλειστικότητα του στίχου του, μαζί με την άμεση συμπάθεια του αναγνώστη. Με τον ίδιο καλλιτεχνικό τρόπο συστήνεται και ο ήρωας του παραμυθιού, για τον οποίον μας δίνονται δύο σημαντικά εναύσματα προσοχής:
Πρώτον, υπάρχει ένα παιδί που δεν αρκεί να αναφερθεί ως ένα από τα πολλά παιδιά του βασιλιά. Δεύτερον, το παιδί είναι «καταμικρό», χαρακτηρισμός που εξάπτει συναισθήματα τρυφερότητας στον ακροατή. Επιπλέον, στην ορολογία των παραμυθιών, είναι κοινώς αποδεκτό ότι το στερνοπαίδι – είτε αρσενικό είτε θηλυκό – συγκεντρώνει τις αρετές που λείπουν από τα υπόλοιπα αδέρφια, και μάλιστα σε βάρος του, εφ’ όσον εξαιτίας τους υφίσταται τον φθόνο και πολλές φορές την κακομεταχείριση των άλλων. Επομένως, στην λιτή αφήγηση του παραμυθιού, η αμυδρά χρονοβόρα αναφορά που ίσως με την πρώτη ματιά θεωρείται ως αφελώς πλεονάζουσα, είναι στρατηγικά τοποθετημένη προς προσανατολισμό του κοινού.
Πέρα από τα δομικά γνωρίσματα, Το Αηδόνι παρουσιάζει ένα είδος κατάρτισης που δεν πηγάζει από σχολική εκπαίδευση, αλλά προφανώς από μια μακρά προφορική παράδοση – ίσως πολύ μακρότερη απ’ όσο φανταζόμαστε. Αξιοσημείωτη είναι η ομοιότητα του παραμυθιού με τη βιβλική ιστορία του Ιωσήφ, αγαπημένο στερνοπαίδι του πατέρα του, τον οποίο οι φθονεροί αδερφοί του έριξαν σε πηγάδι για να πατάξουν την εύνοια αυτή. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω το αποτέλεσμα ενός αυτοσχέδιου πειράματος, τη διήγηση του παραμυθιού σε μία κυρία από άλλο χωριό, που τώρα είναι 74 χρόνων. Όταν αναφέρθηκε η εξαπάτηση του μικρού αδερφού και η πτώση του στο πηγάδι, έγινε το εξής σχόλιο: «Τα αδέρφια να σκοτώσουν τον αδερφό! Είδες; Έτσι ’κάναν εκείνα τα χρόνια». Το παραμύθι δεν αναφέρεται άμεσα σε συγκεκριμένα χρονικά. Όμως η αναφορά στον αδικημένο αδερφό, άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή, για βαρβαρότητες που ήταν όμως αληθινές και μάλιστα όχι μόνο κατά αημνήστους χρόνους. Όταν η ακροατής λέει «εκείνα τα χρόνια», δεν αναφέρεται στον φανταστικό χρόνο του παραμυθιού, αλλά σε χρόνια που και η ίδια θυμάται κι έχει ζήσει.
Διακρίνουμε, λοιπόν, ένα στοιχείο που ενσταλαγμένο σε παραμυθικά μοτίβα, αποτελεί μια κοινώς αποδεκτή πραγματικότητα, και μάλιστα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Πέρα από τις βιβλικούς παραλληλισμούς, υπάρχουν διακριτικά που παραπέμπουν σε πιο σύγχρονες λαϊκές πεποιθήσεις. Αναφέρομαι στο πηγάδι και συγκεκριμένα το νερό, σε συνάρτηση με το φόβο του τσοπάνου να βγάλει έξω το παιδί, γιατί τον περνάει για τέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παγανά και τα ξωτικά πιστευόταν ότι εδρεύουν σε περιοχές που υπάρχει νερό, εξ’ ου και κοντά στους μύλους. Το νερό θεωρείται φορέας μεταμόρφωσης κι εξαγνισμού, πράγμα που συναντάται ακόμα σε χριστιανικές δοξασίες, όπως η βάφτιση. Αν λάβουμε υπ’ όψη μια πιο επιστημονική ερμηνεία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το νερό είναι ένας αρχέγονος συμβολισμός, ενσταλαγμένος στο υποσυνείδητο, ή στο συλλογικό ασυνείδητο αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την επιστημονική ορολογία του Γιούνγκ. Επίσης, θα ήταν ενδιαφέρον να αναλογιστούμε εικονικά την σύντομη παραμονή του ήρωα μέσα στο πηγάδι. Ο αφελής μικρός αδερφός βρίσκεται μέσα σε ένα σκοτεινό, υγρό τούνελ, ενώ ψηλά πάνω από το κεφάλι του βρίσκεται η μόνη πηγή φωτός και η μοναδική διέξοδός του στη ζωή. Η ομοιότητα του πηγαδιού με τη μήτρα, είτε λογοτεχνικά είτε παραστατικά, είναι έντονη. Το γεγονός ότι ο ήρωας βγαίνει από το πηγάδι ωριμότερος και σοφότερος ενισχύει την εικόνα της γέννησης – ή έστω της αναγέννησης. Σε αυτό το σημείο θα τολμούσα να επιχειρήσω έναν παραλληλισμό του μικρού αδερφού με τον πολύτροπο Οδυσσέα. Ο ήρωας του Ομηρικού έπους, όπως και ο μικρός αδερφός του παραμυθιού, βιώνει μια σύντομη εμπειρία θανάτου με τη μεταφορά του – μέσω νερού – στον κόσμο των ψυχών. Ο Οδυσσέας μετά από το ταξίδι του στον άλλον κόσμο, επιστρέφει στη ζωή καλά πληροφορημένος και σοφότερος από πριν.
Ομοιότητες φέρει και η επαναφορά τους στην εξουσία. Ένα στοιχείο είναι η μεταμφίεσή τους σε φτωχό και το σύντομο θέατρο στους γνωστούς, μέχρι να γίνει η αναγνώριση – σκηνή που συναντάται και στη δημοτική ποίηση («’Γω είμαι, κυρά, ο άντρας σου, εγώ και ο καλός σου»). Δεύτερο, είναι η πρώτη αναγνώριση από το πιστό ζώο, στην Οδύσσεια ο γέρικος Άργος, κι εδώ το αηδόνι που για πρώτη φορά κελαηδεί μετά τη μεταφορά του στην εκκλησία. Τέλος, παρατηρείται η δοκιμασία του ήρωα για να πιστοποιηθεί η ταυτότητά του· στην περίπτωση του Οδυσσέα δοκιμάζεται η δεξιότητα με το ίδιο του το τόξο και βέλος, ενώ στην περίπτωση του μικρού αδερφού η ικανότητα να κάνει το αηδόνι να κελαηδήσει. Κι οι δύο ήρωες είναι εκείνοι που παίρνουν την πρωτοβουλία να δοκιμάσουν το ακατόρθωτο, με το όπλο της δοκιμασίας να καθίσταται άξιο από τον άξιο, ενώ στα χέρια των άλλων αχρηστεύεται. Οι διαστάσεις της δοκιμασίας επιβάλλεται να είναι σχεδόν μαγικές, έτσι ώστε η διάκριση ανάμεσα στον ήρωα και τους κοινούς θνητούς να είναι καθαρή. Δεν επιχειρώ να αποδείξω ότι εκείνοι που έπλεξαν το συγκεκριμένο παραμύθι είχαν στο μυαλό τους την Οδύσσεια. Είναι αμφίβολο αν είχαν καν ακούσει για το συγκεκριμένο έργο.
Είναι, βέβαια, πολύ πιθανό να μεταφέρθηκαν ψήγματα του έπους μέσω προφορικής παράδοσης. Δεν εννοώ τη μεταφορά μιας εκδοχής της Οδύσσειας, μα την κοινή νοοτροπία και τους φόβους που διδάσκεται από γενιά σε γενιά, είτε με τα λόγια είτε με την ατμόσφαιρα στην οποία κινείται το έπος. Εντούτοις, ίσως τα στοιχεία που σχετίζονται με αυτά της Οδύσσειας είναι στην πραγματικότητα πολύ αρχαιότερα του έπους. Ας μην ξεχνάμε ότι μια από τις πιο δημοφιλείς θεωρίες για τη συγγραφή των ομηρικών επών είναι ότι γεννήθηκαν και τροποποιήθηκαν μέσω προφορικής παράδοσης, την οποία ο Όμηρος ανέλαβε να συνθέσει με άρτιο τρόπο. Δε θα ήταν έγκυρο να πούμε ότι τα παραμύθια προήλθαν από τα έπη. Πιθανό να είναι σωστότερο να πούμε ότι γεννήθηκαν από την ίδια παράδοση από την οποία προήλθαν

Γεωργία Καρδιόλακα

Σποριάς

Το μάζεμα της ελιάς
Από τον μήνα Νοέμβριο αρχίζει το μάζεμα της ελιάς. Μια δουλειά που στη Στενή τουλάχιστον έπρεπε να τελειώσει γρήγορα προτού ξεκινήσουν οι βροχές και τα χιόνια του χειμώνα. Ψηλές ελιές οι Στενιώτικες απαιτούσαν όλες τίναγμα. Η ποσότητα που έπαιρναν από κάθε ελιά ήταν μεγάλη, με 30 ρίζες ελιές έβγαζαν 250 κιλά λάδι αλλά παρόλα αυτά δεν έφτανε, γιατί η ποσότητα που χρησιμοποιούσαν καθημερινά ήταν μεγάλη για να τους «κρατάει». Όπως έλεγαν «Φάι λάδ' κι έλα βράδ'»
Ξεχωριστή και σημαντική αναφορά στις προίκες τα λιόδεντρα, όπως επίσης και σε κάθε είδους μοιρασιά. Άλλος έπαιρνε το χωράφι και άλλοι μοιράζονταν τις ελιές που υπήρχαν μέσα σε αυτό. Σύστημα ακατανόητο τη σημερινή εποχή αλλά χρήσιμο και συνηθισμένο κάποτε. Μετά  τις δύσκολες εποχές οι κάτοικοι των χωριών εντατικοποίησαν την καλλιέργεια της ελιάς. Μετά τον πόλεμο οι Στενιώτες έφεραν αγριελιές από τα Βίλια και τη Λίμνη (πήγαν με καΐκι) τις οποίες μετά μπόλιαζαν οι ειδικοί.


Το μάζεμα
Από τον Οκτώβρη ξεκινάει το μάζεμα τις ελιάς. Την εποχή αυτή οι ελιές έχουν μαυρίσει και λαδώσει. Οι ελιές της περιοχής ψηλές και ανθεκτικές στις δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες είχαν ανάγκη από «τιναχτή». Με μια μακριά τέμπλα ράβδιζε από κάτω ή ανέβαινε πάνω στο δέντρο ενώ από κάτω οι λιομαζώχτρες μάζευαν υπομονετικά έως και την τελευταία ελιά. Μετά το μάζεμα γινόταν το καθάρισμα από τα φύλλα και η μεταφορά τους στο λιοτρίβι μέσα σε κόφες. 

Το λιοτρίβι

Το αλώνι: Δυο μεγάλες πέτρες με συνδεδεμένα τα κέντρα τους και η ανθρώπινη δύναμη ήταν η τεχνογνωσία της παλιάς εποχής. Αργότερα τα ανθρώπινα χέρια αντικαταστάθηκαν από τα ζώα.
Όλα τα λιοτρίβια της περιοχής δούλευαν μέρα νύχτα για να καλύψουν τις ανάγκες.
Δυο βάρδιες συνήθως με επικεφαλής πάντα τον αρχιμάστορα ο οποίος έφτιαχνε και τα τσαντίλια δουλειά πολύ δύσκολη που δεν μπορούσε να την κάνει ο καθένας.
Η πληρωμή ήταν πάντα σε λάδι μιας και την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν χρήματα.
Στο αλώνι ρίχνονταν οι ελιές, όπου στην αρχή με τα χέρια και μεταγενέστερα με τα ζώα κινούσαν τις βαριές στρογγυλές πέτρες και τις πολτοποιούσαν. Η μια πέτρα πολτοποιούσε την ελιά και η άλλη οδηγούσε τον πολτό στην άκρη. Την πολτοποιημένη ελιά την ονόμαζαν «φαΐ». Ένας εργάτης με φτυάρι αναλάμβανε να σπρώχνει τις ελιές που ξέφευγαν πάλι στις μυλόπετρες.
Το αλώνι όπως φαίνεται στη φωτογραφία, είναι ένας κυκλικός υπερυψωμένος χώρος στρωμένος με γερές γρανιτένιες πέτρες, για να αντέχουν την πίεση, με διάμετρο συνήθως στα τρία μέτρα, υπερυψωμένος στην άκρη για να μην χύνεται έξω ο πολτός.
Στο κέντρο του αλωνιού διακρίνεται ο κάθετος μεταλλικός στύλος τον οποίο αγκάλιαζε με δακτύλιο ο οριζόντιος στύλος ο οποίος ένωνε τις δυο πέτρες.
Ο άξονας που προεξέχει από τη δεξιά πλευρά είναι το σημείο που δενόταν το ζώο για να γυρίζει τις πέτρες. Μουλάρια ήταν τα ζώα που χρησιμοποιούσαν συνήθως για το γύρισμα, τα οποία πολλές φορές ζαλίζονταν οπότε τους έκλειναν τα μάτια με πανί για να συνεχίσουν.
Σε παλαιότερες εποχές όπου οι πέτρες γύριζαν με την ανθρώπινη δύναμη, στο κάθετο δοκάρι και στο ύψος ανθρώπου υπήρχε μια τραβέρσα η οποία προεξείχε από το αλώνι. Τις άκρες αυτής της τραβέρσας κινούσαν εργάτες βάζοντας τους ώμους τους. Έσπρωχναν συνήθως τέσσερις εργάτες δυο από την κάθε προεξοχή.
Στην Πάνω Στενή υπήρχε το συνεταιρικό λιοτρίβι στη Βρυσίτσα ιδιοκτησίας Μέργου (Τσάλης), δάσκαλου Παπακηρύκου και Παναγιώτας Ντούρμα-Σιμιτζή. Ανάλογα με τα μερίδια που είχε η κάθε οικογένεια δούλευαν και το λιοτρίβι. Τρεις ημέρες η οικογένεια Μέργου με τους εργάτες τους και την πελατεία τους και άλλες τρεις οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες με τους εργάτες τους.
Αρχιμάστορες στο λιοτρίβι ήταν ο Γιάννης Λέων (Γιαγιάννης) και ο Δημήτριος Ντούρμας(Μανταλός).
Στην Κάτω Στενή μέσα σε κτίριο με γκρεμισμένη την στέγη διασώζεται το παλιό λιοτρίβι.
Στον Πύργο το λιοτρίβι του Παρέα και του Παγώνη.

Γιάννης Μητάκης   

Τρυγητής

Την 1 Σεπτεμβρίου αρχίζει το γεωργικό αλλά και το εκκλησιαστικό έτος. Για την Στενή αλλά και όλες τις αγροτικές κοινωνίες η 1η του Τρυγητή είναι ένα είδος Πρωτοχρονιάς. Τέλος του μήνα οι γεωργοί έπαιρναν τα βόδια τους από τα βουκολιά και άρχιζαν τις προετοιμασίες για τη σπορά. Ακολουθεί ένας χρόνος με πάρα πολλές αγροτικές εργασίες από τις οποίες εξαρτιόταν η επιβίωση τους. Για τη Στενή και τα γύρω χωριά η χρονιά ξεκίναγε με το παζάρι της Κάτω Στενής.

Το παζάρι
Με  Βασιλικό Διάταγμα Φ.Ε.Κ. 14/14-3-1873  συστάθηκε εμποροπανήγυρη στη Στενή κάθε 2 Μαΐου στη θέση Άγιος Αθανάσιος.
Η περιοχή γύρω από την εκκλησία είναι ο πρώτος οικισμός που δημιούργησαν οι Στενιώτες όταν άρχισαν να οικίζουν την περιοχή που λέγεται σήμερα Κάτω Στενή.
Δύο ήταν οι λόγοι που έκαναν κάποιους Στενιώτες να κατέβουν χαμηλότερα. Ο πρώτος λόγος ήταν ότι ήθελαν να βρίσκονται κοντά στις καλλιέργειες τους. Ο δεύτερος λόγος η στενότητα χώρου στο Χωριό. «Πάμ' στου χουριό» είναι μια έκφραση που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα οι Κατωχωρίτες όταν θέλουν να ανέβουν στην Πάνω Στενή. Δίπλα στον Άγιο Αθανάσιο είχε κτιστεί και το πρώτο σχολείο του οικισμού.
Με Β.Δ. Φ.Ε.Κ.121/29-9-1882 η εμποροπανήγυρη μεταφέρεται στο νέο χωριό των Ταξιαρχών, «τη δώθε γειτονιά» και αυτό είναι το πρώτο επίσημο όνομα της Κάτω Στενής. Ο Άγιος Ταξιάρχης αποτελεί το κοιμητήριο του νέου χωριού. Δίπλα από την εκκλησία υπάρχουν τα αλώνια του χωριού και αρκετά μεγάλος χώρος για να φιλοξενήσει και τη ζωοπανήγυρη. Η διάρκεια του παζαριού ορίζεται από τις 29 Αυγούστου έως την 1 Σεπτέμβρη.
Για πολλά χρόνια το παζάρι απετέλεσε το κέντρο της οικονομικής ζωής του τόπου. Οι κάτοικοι όλων των χωριών της περιοχής αγόραζαν τα πράγματα που θα χρειάζονταν τον επόμενο χρόνο και πουλούσαν πολλά πράγματα από την παραγωγή τους. Ακόμα και σήμερα που οι ανάγκες των αποστάσεων που είχαν δημιουργήσει το παζάρι έχουν εκλείψει, όλες οι γυναίκες των χωριών βάζουν «κάτι στην άκρη» όλο το χρόνο για να ψωνίσουν απ' το παζάρι και να το διατηρήσουν.
Κάποτε τα ζωοπάζαρα αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος ενός παζαριού, αφού κάλυπτε τεράστια έκταση, ενώ οι παράγκες ήταν λίγες. Όποιος ήθελε να αγοράσει ή να πουλήσει ζώα από όλη την κεντρική Εύβοια, και αλλού, ερχόταν στο παζάρι της Κάτω Στενής. «Φασαριόζικο» όπως όλα τα παζάρια από τις έντονες συζητήσεις πωλητών και αγοραστών, τα βελάσματα των αρνιών, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα σκουξίματα των γουρουνιών. Οι τσοπάνηδες πουλούσαν αρνιά, κατσίκια, μαλλί και τυρί. 
Ακόμα και σήμερα έχει μείνει το απόφθεγμα «αν δεν ερθν' οι γύφτ' του παζάρ δε ξικνάει» Ακόμα και οι σημερινοί πενηαντάρηδες θυμούνται τα πολύχρωμα καραβάνια με τα κάρα στη σειρά που έρχονταν στο χωριό. Τα γουρούνια τα εμπορεύονταν πάντα οι γύφτοι. Αρχές Σεπτέμβρη ήταν πάντα καλή εποχή να αγοράσει κάποιος χοιρινό για τα Χριστούγεννα. Εμπορεύονταν τα περισσότερα ζώα, εκτός από τα πρόβατα και τα κατσίκια.
Το πιο ενδιαφέρον μέρος του παζαριού ήταν τα μεγάλα ζώα, που αποτελούσε  ειδικότητα των τσαμπάσηδων. Μερικά από αυτά τα ζώα ήταν άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια. Όσα ήταν για πούλημα και για να τα ξεχωρίζουν, τους έβαζαν στο σαμάρι μια καλαμποκιά. (Σε όλα τα παζάρια της εποχής υπήρχε και η βόλτα το γνωστό «νυφοπάζαρο». Τα «πειραχτήρια» προκειμένου να κάνουν πλάκα κρέμαγαν κρυφά στην πλάτη των κοριτσιών που ήταν σε ηλικία γάμου μια καλαμποκιά). Οι αγοραστές κοίταζαν το ζώο στα δόντια για να δουν την ηλικία του, τα έψαχναν για «κουσούρια» και το βασικότερο από όλα αν είναι «τσαμούσικο», δηλαδή αν κλώτσαγε. Βέβαια κι εδώ είχε βρεθεί η λύση μιας κι όσοι ήθελαν να ξεγελάσουν τους αγοραστές, έβαζαν οινόπνευμα στα αυτιά τους ή τα πότιζαν αλισίβα, αυτά ναρκωνόντουσαν και δεν αντιδρούσαν άγρια. Όταν καταλάβαιναν ότι το ζώο ήταν τσαμούσικο ήταν αργά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πράγματι αυτοί οι τρόποι ήταν αποτελεσματικοί αλλά τότε επικρατούσε αυτή η άποψη.
Οι Στροπωνιάτες για πάρα χρόνια συνήθιζαν να «μαναρεύουν» δυο ή τρία αρνιά όλο το χρόνο τα οποία κατέβαζαν στο παζάρι και τα αντάλλασσαν με πράγματα που είχαν ανάγκη και δεν μπορούσαν να παράγουν.
Οι Στενιώτες πήγαιναν επίσης και στα ζωοπάζαρα (γαϊδροπάζαρα) στη Χαλκίδα, συγκεκριμένα στου Μπαταργιά και στα δυο παζάρια ένα στη γιορτή της Αγίας Τριάδας (αποκλειστικά ζωοπάζαρο) και ένα στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Επίσης στη γιορτή της Αγίας Θέκλης στο Αυλωνάρι . Οι παλαιότεροι θυμούνται εκατοντάδες κόσμο με υποζύγια να πηγαινοέρχεται στη σειρά έως το Σεττιανό, που έφτανε το μάτι τους. 

Του μσκάρ' τς Αιθέκλς 
Για πολλά χρόνια ένας πατριώτης μας ,πήγαινε να πουλήσει ένα μοσχάρι που είχε στο παζάρι της Αγίας Θέκλης. Η τιμή που ζήταγε όμως ήταν απαγορευτική σε διπλάσια και βάλε αξία από την κανονική. Όπως ήταν αναμενόμενο το μοσχάρι έμενε απούλητο. Αυτός το πήγαινε κάθε χρόνο ώσπου αυτό έγινε ταύρος και στο τέλος ψόφησε. Από τότε όταν κάποιος στη Στενή λέει ότι πουλάει κάτι ενώ στην πραγματικότητα δεν θέλει, έμεινε η έκφραση «σα του μσκάρ' τσ Αιθέκλς».

ΤΡΥΓΟΣ
Ο Σεπτέμβριος είναι ο τρυγητής.

Τα πρώτα αμπέλια μετά την απελευθέρωση οι Στενιώτες τα έφτιαξαν κοντά, στο Λιβάδι, στον Αηλιά, στα Αλώνια, στις Μουρές και στη σημερινή περιοχή μεταξύ Πάνω και Κάτω Στενής. Μεταγενέστερα τα αμπέλια τα φύτευαν στον Άγιο Νικόλαο όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Τα Στενιώτικα αμπέλια είναι μικροί κλήροι που επαρκούν μόνο για το κρασί του σπιτιού. Οι ποικιλίες ήταν η κουντούρα, ο ροδίτης και τα μαυριά τα οποία τα έβαζαν περισσότερο για να πάρει χρώμα.
Λίγες ημέρες πριν τρυγήσουν έπλεναν τα βαρέλια. Την ημέρα του τρύγου λίγο πριν βάλουν το μούστο έφτιαχναν τη στοίβη. Μέσα σε ένα καζάνι έβραζαν ρίγανη, βάγια, πεύκο, βασιλικό, το έκαναν αφέψημα και το έριχναν στο βαρέλι ζεστό για να το απολυμάνουν και να πάρει το βαρέλι την ευωδιά
Τοποθετούσαν το βαρέλι στη θέση του σε μια άκρη του κατωγιού. 
Πρωί πρωί ξεκίναγε όλη η οικογένεια. Πεζοί όλοι μιας και τα υποζύγια ήταν φορτωμένα με τα άδεια ταρπιά και τις κόφες .Στα καπούλια του ζώου τα παιδιά. Στην αρχή γέμιζε το κοφίνι και μετά το ταρπί. Μόλις γέμιζαν δυο ταρπιά ξεκίναγε ο ένας της παρέας για το χωριό.
Το απόγευμα και πολλές φορές πιο νωρίς ακολουθούσε το πάτημα των σταφυλιών, στο ληνό στα πατητήρια. Το πατητήρι ήταν παραλληλόγραμμη ξύλινη κατασκευή, κλειστή γύρω γύρω που στηριζόταν σε ξύλινα πόδια . Έβαζαν τα σταφύλια μέσα σε σακιά για να φεύγει καθαρός ο μούστος και να μένουν μέσα στο τσουβάλι τα αποστάφυλα. Σηκωμένα μπατζάκια και ξυπόλητοι πατούσαν τα σταφύλια. Όση ώρα πάταγαν τα σταφύλια πάνω στο πατητήρι δεν έπιναν νερό γιατί όπως πίστευαν θα βγει το κρασί νερωμένο, ενώ επιτρεπόταν να πιούν μόνο κρασί. Από τον πρώτο μούστο που θα τρέξει μέσα στο δοχείο η νοικοκυρά φτιάχνει την μουσταλευριά, τα σουτζούκια, τα μουστοκούλουρα, το πετιμέζι. Μετά το πάτημα τα αποστάφυλα πήγαιναν στο στίφτη που υπήρχε σε κάθε γειτονιά. Από εκεί έπαιρναν τον τελευταίο μούστο. Στο τέλος μέσα στο στίφτη έμεναν τα τσίπουρα τα οποία γίνονταν ζωοτροφή. Λίγοι ήταν αυτοί που από τα τσίπουρα έφτιαχναν τσίπουρο. Τσίπουρο έφτιαχνε ο Βασίλης Σιμιτζής.
Μετά από δυο ημέρες έπαιρναν ρετσίνα ένα ή δυο κιλά ανάλογα την ποσότητα του μούστου, την ανακάτευαν με λίγο λάδι στα χέρια για μην κολλάει, την αραίωναν με μούστο και την έβαζαν στο βαρέλι. 
Το βαρέλι σφραγίζεται για σαράντα ημέρες και ακολουθεί το βράσιμο. Αν ο καιρός ήταν κρύος για να βοηθηθεί το βράσιμο του μούστου άναβαν δίπλα φωτιά. Αν το κρασί ήταν πολύ δυνατό, με πολλά γράδα, έριχναν μέσα νερό. Αν ήταν αδύνατο έριχναν πετιμέζι.
Το βαρέλι μπαίνει συνήθως στην μια άκρη του κατωγιού. Από ένα αμπέλι ενός στρέμματος έπαιρναν πάνω από 100 -150μπότσες μούστου. Η μπότσα ισούται με 2 οκάδες. Η οκά περιείχε 1,5 λίτρο περίπου, 1.280 γραμμάρια. Οι  περισσότεροι Στενιώτες είχαν βαρέλια γύρω στις 250 μπότσες και είχαν αμπέλια γύρω στο ενάμιση στρέμμα.
Μουσταλευριά: έβραζαν τον μούστο για να καθίσει, έβαζαν μέσα στάχτη ή κοκκινόχωμα. Έπιαναν το μούστο τον έβραζαν με αλεύρι. Όταν κρύωνε το έβαζαν στα πιάτα και τον έτρωγαν με λίγα καρύδια από πάνω.
Σουτζούκια: Σε μια κλωστή με το βελόνι πέρναγαν καρύδια σε σουμπράδες (μισό καρύδι). Πρωί βράδυ έβραζαν μούστο τα βούταγαν όσο το κουρκούτι ήταν ζεστό και τα βούταγαν τόσες ημέρες ανάλογα με το πάχος που ήθελαν να τους δώσουν. Το κρέμαγαν δέκα ημέρες και τα διατηρούσαν και μετά τα Χριστούγεννα.
Πετιμέζι: έβραζαν τον μούστο, έπηζε και έπαιρνε ένα κόκκινο χρώμα και έμενε λίγο στο τέλος. Με το πετιμέζι έφτιαχναν γλυκά, το άλειφαν στο ψωμί και αν το κρασί δεν είχε πολλά γράδα έριχναν στο βαρέλι για να το δυναμώσουν.
Μουστοκούλουρα: Αλεύρι, λίγο ζάχαρη, μούστος, κανέλλα. Το ζύμωναν έδιναν το σχήμα και το πήγαιναν στο φούρνο.

Του Τιμίου Σταυρού
Στις 14 Σεπτεμβρίου εορτή του Τίμιου Σταυρού οι γυναίκες έβαζαν σε ένα πήλινο δοχείο σπόρο και τον πήγαιναν στην εκκλησία και τον τοποθετούσαν δίπλα στην Ωραία Πύλη. Αυτόν τον ευλογημένο σπόρο μαζί με ρόδια και καρύδια τον ανακάτευαν με τον υπόλοιπο που θα έσπερναν για να πάει καλά η σοδειά. Το ρόδι συμβόλιζε πάντα την ευφορία και την μεγάλη απόδοση μιας που οι κόκκοι του είναι αμέτρητοι. 
Του Σταυρού επίσης πήγαιναν στην εκκλησία και βασιλικό, το ευλογημένο φυτό. Όπως αναφέρει η παράδοση όταν η Αγία Ελένη βρήκε το Σταυρό δίπλα σε άλλους, κατάλαβε ποιος είναι του Χριστού από το μυρωδάτο βασιλικό που είχε φυτρώσει δίπλα. 

Γιάννης Μητάκης   


Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Άγιος Γεώργιος στα Σόια

Το εκκλησάκι Άγιος Γεώργιος, που βρίσκεται στη Στενή στην περιοχή Σκουντέρι, στη θέση Σόια υπήρχε επί τουρκοκρατίας, αλλά είχε εγκαταλειφθεί και ανακατασκευάστηκε πριν από 95 χρόνια (1922-1923) από τον Κώστα Μαστρογιάννη και τη γυναίκα του Λευκάδα.
Το έκτισαν τάμα στο Θεό και την Παναγία για να γυρίσει ο γιος τους Γιώργος Μαστρογιάννης, που ήταν αιχμάλωτος στην Τουρκία το 1922.
Το 1922 ήταν στη Στενή ένας Έλληνας Μικρασιάτης με τη γυναίκα του και είχαν γνωρίσει τον Μπάρμπα Κώστα Μαστρογιάννη και τη γυναίκα του Λευκάδα και τους έλεγαν να μη φοβούνται και ότι ο γιος τους θα γυρίσει και δεν θα πάθει τίποτα, μόνο να παρακαλάνε το Θεό και όλα θα πάνε καλά, αλλά οι άνθρωποι αυτοί είχαν την αγωνία τους και κλαίγανε για το παιδί τους.
Αποφάσισαν λοιπόν να κτίσουν το εκκλησάκι Άγιος Γεώργιος στη θέση Σόια και το λειτουργούσαν στις 24 Αυγούστου γιατί στην Στενή υπήρχε και άλλο εκκλησάκι στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου, όπου γίνεται κανονικά η λειτουργία στις 23 Απριλίου ή τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα, όταν η ημερομηνία 23 Απριλίου τυχαίνει να συμπίπτει πριν το Πάσχα.
Έτσι λοιπόν, ο Μπάρμπα Κώστας Μαστρογιάννης μάζεψε τους συγγενείς του που το κύριο επάγγελμά τους ήταν χτιστάδες και έφτιαξαν το εκκλησάκι.
Σε λίγο καιρό επέστρεψε από την αιχμαλωσία του ο Γιώργος Μαστρογιάννης.
Μαστρογιάννης Γεώργιος
(Φούτρας)
Αυτά μου τα διηγήθηκε η αδελφή του Γιώργου, η οποία ζει μέχρι σήμερα.
Στην Τουρκία αιχμάλωτοι ήταν τρεις από το χωριό μας. Ο Γιώργος Μαστρογιάννης (Φούτρας), ο Δημήτριος Ντουμάνης (του Τσαφίλη) και ο Ευάγγελος Γιαλός (Ταμίας). Ο Γιώργος και ο Δημήτρης, όταν ήρθαν στο χωριό, όπως μου διηγείται η Παρασκευή Βασιλείου (Τσιλή), είχαν λιώσει τα ρούχα τους που είχαν στο στρατό και είχαν φορέσει λινάτσες σαν κελεμπίες και είχαν περάσει βάσανα και πείνα.
Με τις λινάτσες είχαν έρθει ο Γιώργος Μαστρογιάννης (Φούτρας) και ο Δημήτρης Ντουμάνης (του Τσαφίλη), ο δε Ευάγγελος Γιαλός(Ταμίας) είχε έρθει με κανονικά ρούχα.
Από τις πληροφορίες που έχω, το Γιαλό τον πήρε από την αιχμαλωσία κάποιος τούρκος αγρότης, ο οποίος είχε πολλά κτήματα κάνοντας διάφορες αγροτικές δουλειές και έτσι πέρασε καλά όπως λένε.
Το εκκλησάκι Άγιος Γεώργιος έμεινε ασυντήρητο και ύστερα από χρόνια (1954-1955) το επισκεύασε η Κατερίνα Μπαρμπούρη (του Κοϊάρη).
Μετά από πολλά χρόνια και ενώ το εκκλησάκι έμενε ασυντήρητο μιας και δεν λειτουργείτο, έρχεται το 1980 ο Παναγιώτης Ντουμάνης (Κατσαμπέκης) με τη γυναίκα του Φανή που το επισκεύασαν με δικά τους χρήματα και διάφορες χορηγίες ο οποίος και το λειτουργεί κάθε χρόνο στις 24 Αυγούστου.

Μαστρογιάννης Γεώργιος (Λαδάς)


Γιαμάς Ιωάννης (Καρβελάς)

Ο πιο παλιός Γιαμάς που βρήκαμε, από το κλαδί με το παρατσούκλι Καρβελάδες, είναι ο Γιάννης, που παντρεύτηκε τη Μαρία που δεν έχει σωθεί από ποιο σόι ήταν.
Έκαναν το Σπύρο που παντρεύτηκε τη Βεργέτα και τη Μαρία που παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Κορώνη.
Α)-Ο Σπύρος Γιαμάς και η Βεργέτα, έκαναν τον Ιωάννη Γιαμά (1877-1952), που παντρεύτηκε την Παναγιού Κυράνα.
Αυτοί έκαναν τρία παιδιά.
-Την Αικατερίνη (1912-1994) που παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Γραμματικόγιαννη (1919-2007) από την Αγιασοφιά.
-Την Ελένη που παντρεύτηκε το Θανάση Μυλωνά και έμειναν στον Αυλώνα
-Και την Τασά που παντρεύτηκε τον Χαράλαμπο Καρκαλή από την Μακρυκάπα και οι απόγονοί τους μένουν στην Αρτάκη.
Β)-Η Μαρία Γιαμά και ο Παναγιώτης Κορώνης, έκαναν τον Αντώνη, το Νίκο, την Κατερίνα και την Αγγελική.


Τα δένδρα


Tα δέντρα, «έχουνε ψυχή κι ακούνε και νιώθουνε… Γι’ αυτό, λένε, μια βολά που κοβ’ ένας ένα δέντρο, τ’ άκουγε που βόγγαγε κάθε τσεκουριά που το βάραγε. Και το παράτησ’ ο άνθρωπος και το ‘βανε στα πόδια.». 
Αυτοί που ζούσαν από το δάσος ή δίπλα σ' αυτό, είχαν πάντα την άποψη ότι τα μεγάλα και αιωνόβια δέντρα είχαν ψυχή ή ότι ήταν στοιχειωμένα. Παλιά   δοξασία χαμένη στα βάθη των αιώνων ακόμα και πριν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, άγνωστο από πότε. Πολλοί γέροι, έως και πριν μερικές δεκαετίες απέφευγαν να μείνουν πολλή ώρα κάτω από ένα τέτοιο δέντρο ή να κοιμηθούν στον ίσκιο του. Όταν υλοτόμοι έκοβαν τέτοια δέντρα λόγω πλεονεξίας, οι υπόλοιποι περίμεναν ότι θα τους έβρισκε κάποια κατάρα και οι ιστορίες που λέγονται για ανθρώπους που αρρώστησαν ή σκοτώθηκαν ενώ έκοβαν το δέντρο είναι πολλές. Ακόμα και σήμερα πολλοί θεωρούν τέτοια δένδρα στοιχειωμένα και λέγονται και ιστορίες για τολμηρούς που δοκίμασαν να τα κόψουν αλλά δεν μπόρεσαν. Γνωστή ακόμα και σήμερα είναι η ιστορία του δέντρου στα σύνορα Στενής Καμπιών στα Γρηγόρια. Η παράδοση θέλει όταν οι υλοτόμοι έκοβαν ένα τέτοιο δέντρο να πέφτουν μπρούμυτα και να μην μιλάνε για να μην τους καταλάβει η οργισμένη ψυχή του δέντρου την ώρα που βγαίνει. Άλλοι έβαζαν μια πέτρα στον κορμό στη μέση που θα εμπόδιζε να βγει η ψυχή.

Γεώργιος Ντεγιάννης
«Μέσα στους λόγγους»

Δίρφυς. «Η ναζού κόρη».

H Δίρφη (ή Δίρφυς) είναι το ψηλότερο βουνό της Εύβοιας. Η κορυφή της Δίρφης, υψώνεται στα 1.743 μέτρα. Από τα 1.200 περίπου μέτρα και πά...